Η πράσινη μετάβαση της Ελλάδας εισέρχεται σε κρίσιμη φάση, καθώς η αξιοσημείωτη πρόοδος πρέπει να επιταχυνθεί για να γεφυρωθούν τα υπάρχοντα κενά και να εκπληρωθούν οι εθνικοί και ευρωπαϊκοί στόχοι για το 2030 και το 2050. Σύμφωνα με την πρόσφατη αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (EEA) για το 2025, η χώρα επιταχύνει τον περιβαλλοντικό της μετασχηματισμό, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, κυρίως στην προστασία της φύσης και τη μείωση των εκπομπών. Αναδεικνύεται σε πρωτοπόρο στην προστασία της βιοποικιλότητας, με το 34,7% της χερσαίας επικράτειάς της να βρίσκεται υπό καθεστώς προστασίας, κυρίως μέσω του δικτύου Natura 2000. Πρόκειται για περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας που συμβάλλουν κρίσιμα στη δέσμευση άνθρακα και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση.
Στο θαλάσσιο μέτωπο, η χώρα σχεδιάζει τη δημιουργία δύο μεγάλων θαλάσσιων πάρκων, με στόχο την αύξηση των προστατευόμενων θαλάσσιων περιοχών από το τρέχον 18,3% στο 30%, ευθυγραμμιζόμενη με τη Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα. Παράλληλα, η γεωργία κάνει βήματα προς τη βιωσιμότητα, με το 17,2% της συνολικής γεωργικής γης να καλλιεργείται πλέον με βιολογικές πρακτικές. Αν και η αύξηση είναι σταθερή, η EEA υπογραμμίζει την ανάγκη για ταχύτερη ενσωμάτωση ώστε να προσεγγιστεί ο ευρωπαϊκός στόχος του 25% έως το 2030.
Μειώσεις εκπομπών και κλιματικό κόστος
Στον τομέα του κλίματος, η Ελλάδα έχει μειώσει σημαντικά τις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στο 69,2% του επιπέδου του 1990. Αυτό καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα των πολιτικών απολιγνιτοποίησης. Επιπλέον, ο τομέας LULUCF (χρήσεις γης και δάση) καταγράφει καθαρές απορροφήσεις , επιβεβαιώνοντας τον ζωτικό ρόλο της φύσης στην κλιματική ουδετερότητα. Στην ενέργεια, η τελική κατανάλωση ενέργειας έχει μειωθεί στο 74,8 (με βάση το 2005=100), ενώ το μερίδιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην τελική κατανάλωση αυξήθηκε στο 25,3%. Ωστόσο, η EEA τονίζει ότι απαιτείται περαιτέρω επιτάχυνση της διείσδυσης των ΑΠΕ για την επίτευξη των στόχων του 2030.
Οικονομικές απώλειες και προσαρμογή
Παρά τις βελτιώσεις, η χώρα αντιμετωπίζει μία ιδιαίτερα έντονη πρόκληση: το αυξανόμενο οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής. Οι οικονομικές απώλειες από ακραία καιρικά φαινόμενα έφτασαν τα 60 ευρώ ανά κάτοικο το 2023, υπογραμμίζοντας τη μεγάλη έκθεση της Ελλάδας σε κλιματικούς κινδύνους (καύσωνες, πλημμύρες, ξηρασίες). Η ενίσχυση των πολιτικών προσαρμογής κρίνεται πλέον επιτακτική.
Άλλα κρίσιμα σημεία όπου απαιτείται δράση είναι:
- Κυκλική οικονομία: Η πρόοδος στον στόχο «Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή» παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
- Ποιότητα αέρα: Παρότι η Ελλάδα συμμορφώνεται με τις υφιστάμενες δεσμεύσεις, απαιτούνται πρόσθετες μειώσεις $\text{2,6%}$ στις μη μεθανιούχες πτητικές οργανικές ενώσεις και $\text{2,3%}$ στα αιωρούμενα σωματίδια για τους στόχους του 2030.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο
Η ελληνική προσπάθεια εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από βαθιά περιβαλλοντική κρίση. Η Ευρώπη θερμαίνεται με διπλάσιο ρυθμό από τον παγκόσμιο μέσο όρο και περισσότερο από το 80% των οικοσυστημάτων της ΕΕ βρίσκεται σε κακή ή μέτρια κατάσταση.
- Κόστος κρίσης: Τα ακραία φαινόμενα έχουν προκαλέσει ζημιές και πάνω από θανάτους από το 1980, με το $\text{25%}$ των απωλειών να σημειώνεται την τελευταία τριετία.
- «Δύσκολοι» τομείς: Οι μεταφορές και η γεωργία παραμένουν οι πλέον ανθεκτικές πηγές εκπομπών, με τους αγροτικούς ρύπους να ευθύνονται για το $\text{93%}$ των εκπομπών αμμωνίας.
- Κυκλικότητα: Ο δείκτης κυκλικότητας της ΕΕ αυξήθηκε μόλις στο $\text{11,8%}$ το 2023, πολύ μακριά από τον στόχο του διπλασιασμού.
Η Ευρώπη έχει μειώσει τις συνολικές εκπομπές $\text{37%}$ από το 1990, καθιστώντας τον στόχο του $\text{55%}$ έως το 2030 εφικτό, ωστόσο η αδράνεια στην εφαρμογή των πολιτικών και η κοινωνική διάσταση της μετάβασης (πρόσβαση σε καθαρές τεχνολογίες, δίκαιη μετάβαση) κρίνονται καθοριστικές για την επιτυχία. Όπως τονίζει η , η προστασία της φύσης δεν είναι κόστος, αλλά «επένδυση στην ανταγωνιστικότητα, την ανθεκτικότητα και την ευημερία». Η επόμενη δεκαετία θα κρίνει αν η Ελλάδα και η Ευρώπη θα μπορέσουν να «ζουν καλά μέσα στα όρια του πλανήτη».
