Το 2025 καταγράφηκε ως η τρίτη θερμότερη χρονιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, πλησιάζοντας τα προηγούμενα ρεκόρ του 2024 και του 2023, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο Copernicus και το αμερικανικό ινστιτούτο Berkeley Earth. Για πρώτη φορά, ο μέσος όρος των θερμοκρασιών στην επιφάνεια της Γης για τα τελευταία τρία χρόνια ξεπέρασε κατά πάνω από 1,5° Κελσίου το επίπεδο της προβιομηχανικής εποχής (1850-1900), που ήταν το πιο φιλόδοξο όριο που είχε θέσει η συμφωνία του Παρισιού πριν από μια δεκαετία για τον περιορισμό της κλιματικής κρίσης.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι το όριο αυτό θα ξεπεραστεί μόνιμα, με αποτέλεσμα ολοένα πιο συχνούς και έντονους καύσωνες, καταστροφικές πλημμύρες, κυκλώνες και άλλες ακραίες καιρικές συνθήκες. Η Σαμάνθα Μπέρτζες από το Copernicus προβλέπει ότι το 2026 θα συγκαταλέγεται πιθανότατα «στις πέντε πιο θερμές χρονιές που έχουν καταγραφεί ποτέ», ενώ αν εμφανιστεί ξανά το φυσικό φαινόμενο Ελ Νίνιο, δεν αποκλείεται να σημειωθεί χρονιά ρεκόρ θερμοκρασιών.
Το 2025, ο μέσος όρος θερμοκρασίας του πλανήτη ήταν 1,47° Κελσίου υψηλότερος από τα επίπεδα της προβιομηχανικής εποχής, ενώ το 2024 είχε φτάσει το 1,60° Κελσίου. Ορισμένες περιοχές, όπως η κεντρική Ασία, η Ανταρκτική και το Σαχέλ, κατέγραψαν θερμοκρασίες-ρεκόρ, επηρεάζοντας περίπου 770 εκατομμύρια ανθρώπους. Την ίδια στιγμή, δεν σημειώθηκε κανένα ρεκόρ ψύχους, υπογραμμίζοντας την έντονη θέρμανση που πλήττει τον πλανήτη.
Η χρονιά σημαδεύτηκε από σειρά ακραίων φαινομένων, όπως καύσωνες, κυκλώνες, σφοδρές καταιγίδες στην Ευρώπη και την Ασία, πυρκαγιές στην Καλιφόρνια, τον Καναδά και την Ισπανία, τα οποία επιδεινώθηκαν από την άνοδο της θερμοκρασίας. Η συνεχιζόμενη καύση ορυκτών καυσίμων θεωρείται η κύρια αιτία της αύξησης, ενώ φυσικοί παράγοντες, όπως το φαινόμενο Λα Νίνια που ρίχνει τις θερμοκρασίες, ήταν ασθενές την περασμένη χρονιά.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ακόμη και ρυθμιστικά μέτρα με καλές προθέσεις μπορούν να έχουν ανεπιθύμητες συνέπειες για το κλίμα. Για παράδειγμα, η μείωση της περιεκτικότητας θείου στα καύσιμα των πλοίων από το 2020 μείωσε τις εκπομπές διοξειδίου του θείου, αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε αύξηση της θερμοκρασίας, καθώς τα «αεροζόλ» θείου που παλιά αντανακλούσαν την ηλιακή ακτινοβολία δεν παράγονταν πλέον σε ίδια κλίμακα.
Οι επιστήμονες καταλήγουν σε ένα απλό αλλά ανησυχητικό συμπέρασμα: η τροχιά της κλιματικής αλλαγής είναι ξεκάθαρη και επιτακτική. Χωρίς έκτακτη και συντονισμένη δράση, οι επόμενες χρονιές αναμένεται να είναι όλο και θερμότερες, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη δημόσια υγεία, τις υποδομές και τις οικονομίες σε όλο τον κόσμο.
