Στην Κομοτηνή χτυπά πλέον η «καρδιά» του νέου ενεργειακού χάρτη της χώρας. Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, εγκαινίασε τον νέο σταθμό συμπίεσης του ΔΕΣΦΑ, χαρακτηρίζοντας το έργο «κομβικό όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη». Ο νέος σταθμός συμπίεσης, που κατασκευάστηκε σε χρόνο-ρεκόρ εν μέσω ενεργειακής κρίσης, αυξάνει σημαντικά τη δυνατότητα εξαγωγών φυσικού αερίου της χώρας προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, ενισχύοντας τον «Κάθετο Διάδρομο» και τη στρατηγική διαφοροποίησης πηγών ενέργειας της Ε.Ε. Η γεωπολιτική και οικονομική σημασία του έργου υπογραμμίζεται και από τις υψηλές πολιτικές παρουσίες που αναμένονται στα εγκαίνια, τόσο από την Ελλάδα όσο και από τις χώρες που συμμετέχουν στον Κάθετο Διάδρομο, επιβεβαιώνοντας τη θέση της χώρας μας ως βασικού πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και διασυνδεσιμότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Επενδύσεις-Ρεκόρ
Ο ΔΕΣΦΑ έχει επενδύσει 134 εκατ. ευρώ στον Σταθμό Συμπίεσης Κομοτηνής, ενώ το σύνολο των πρόσφατων επενδύσεών του σε Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη ανέρχεται σε περίπου 43 εκατ. ευρώ. Σε συνδυασμό με άλλα υπό ανάπτυξη έργα στην περιοχή, ύψους 334 εκατ. ευρώ, όπως ο αγωγός Καρπερής–Κομοτηνής, το συνολικό επενδυτικό αποτύπωμα του ΔΕΣΦΑ στη Θράκη αναμένεται να ξεπεράσει τα 0,5 δισ. ευρώ, καθιστώντας την περιοχή βασικό κρίκο του ευρωπαϊκού ενεργειακού δικτύου και στρατηγική γεωγραφική ζώνη με σημαντικό αναπτυξιακό και επενδυτικό δυναμικό. Πρόκειται επίσης για τον πρώτο ηλεκτροκίνητο σταθμό συμπίεσης στην Ελλάδα, ένα τεχνολογικά προηγμένο έργο μηδενικών εκπομπών κατά τη λειτουργία του και έτοιμο να υποδεχθεί μείγματα φυσικού αερίου με υδρογόνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ενεργειακής μετάβασης και της σταδιακής διείσδυσης ανανεώσιμων αερίων.

Κατά την ομιλία του στα εγκαίνια του νέου σταθμού συμπίεσης φυσικού αερίου του ΔΕΣΦΑ στην Κομοτηνή, ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, ανέδειξε τη σημασία του έργου για τον ενεργειακό χάρτη της χώρας και τη στρατηγική θέση της Ελλάδας στη νέα αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου. «Το φυσικό αέριο πολύ συχνά το ζητάμε βλέποντάς το στους χάρτες», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «στους χάρτες έχουμε μια τάση να βλέπουμε πάντα τη μεγάλη εικόνα. Όμως το έργο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα μάς θυμίζει ότι αυτή η μεγάλη εικόνα για να λειτουργήσει, για να πάει το αέριο από το σημείο Α στο σημείο Β, χρειάζεται όλα τα κομμάτια του παζλ να συνδεθούν μεταξύ τους».
Ο κ. Τσάφος εξήγησε πως «το έργο που εγκαινιάζουμε είναι ακριβώς αυτό το έργο που συνδέει τη μεγάλη εικόνα με την πραγματικότητα. Για να κινηθεί το φυσικό αέριο από το ένα σημείο στο άλλο χρειάζονται τέτοιες εγκαταστάσεις που να διαχειρίζονται την πίεση και να επιτρέπουν τη μεταφορά του από τη μια γωνιά στην άλλη». Στη συνέχεια, ανέδειξε τη γεωγραφική και ενεργειακή σημασία της ευρύτερης περιοχής, σημειώνοντας ότι «εδώ βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι φυσικού αερίου». Όπως είπε, «έχουμε ροές που έρχονται από την Ανατολή, από το Αζερμπαϊτζάν, έχουμε ροές από το FSRU της Αλεξανδρούπολης, το οποίο μπορεί να μεταφέρει αέριο από όλο τον κόσμο, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά όχι μόνο».
Ο Υφυπουργός αναφέρθηκε και στον IGB με τη Βουλγαρία, η οποία επιτρέπει τη ροή αερίου «προς τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Ουκρανία, τη Σερβία και ολόκληρη την περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης». Επεσήμανε επίσης τη σημασία των εγχώριων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής φυσικού αερίου, όπως «η νέα μονάδα εδώ στην Κομοτηνή και εκείνη που ανεγείρεται στην Αλεξανδρούπολη», που προσφέρουν, όπως είπε, «ενεργειακή ασφάλεια στη χώρα και ευελιξία όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρη την αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης».
«Οι νέες μονάδες φυσικού αερίου της χώρας μας δεν εξασφαλίζουν απλώς την επάρκεια εφοδιασμού όταν δεν έχουμε ηλεκτρική παραγωγή από ΑΠΕ», υπογράμμισε. «Παρέχουν και κρίσιμες υπηρεσίες ευελιξίας σε όλη τη νοτιοανατολική Ευρώπη». Αναφερόμενος στη μεταμόρφωση της Ελλάδας στον τομέα του φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια, ο κ. Τσάφος σημείωσε πως «αν πάμε πίσω πέντε χρόνια, η χώρα μας ήταν στο τέλος της γραμμής — εισάγαμε αέριο, δεν εξάγαμε». «Σήμερα», πρόσθεσε, «το περισσότερο φυσικό αέριο που εισέρχεται στη χώρα μας, περνά μέσω της Ελλάδας και διοχετεύεται προς την Ιταλία ή τα Βαλκάνια. Έχουμε πια γίνει κυρίως ένας διαμετακομιστικός κόμβος φυσικού αερίου και όχι απλώς καταναλωτής».
Υπενθύμισε ακόμη ότι έργα όπως ο σταθμός της Ρεβυθούσας, «με τη νέα μονάδα αποθήκευσης που προστέθηκε πριν λίγα χρόνια», έχουν ενισχύσει καθοριστικά την ικανότητα της χώρας να εισάγει και να αποθηκεύει φυσικό αέριο, επιτρέποντας να διοχετεύεται ξανά σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. «Από τα 17 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα που εισήλθαν πέρυσι στη χώρα», είπε, «τα περισσότερα συνέχισαν και πήγαν αλλού».
Σύμφωνα με τον Υφυπουργό, «οι χώρες της περιοχής βλέπουν πια την Ελλάδα ως στρατηγικό εταίρο για τη δική τους ενεργειακή ασφάλεια». Αναφερόμενος στις γεωπολιτικές εξελίξεις, υπογράμμισε ότι «μετά το 2022, οι ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη έχουν μειωθεί δραματικά» και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποφασίσει «να τις μηδενίσει σταδιακά». Αυτό, όπως είπε, «δημιουργεί μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα μας να καλύψει το κενό που αφήνει η αποχώρηση του ρωσικού αερίου, προσφέροντας εναλλακτικές διαδρομές και πηγές».
Ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι «ο στρατηγικός ρόλος που έχει η Ελλάδα σήμερα θα είναι ακόμη πιο σημαντικός τα επόμενα χρόνια», καθώς η ανάγκη για διαφοροποιημένες οδεύσεις και πηγές ενέργειας «είναι τώρα μεγαλύτερη από ποτέ». Κλείνοντας, ο Υφυπουργός υπογράμμισε ότι «η περιοχή της Θράκης δεν είναι μόνο σταυροδρόμι φυσικού αερίου, αλλά και μια από τις πιο σημαντικές περιοχές της χώρας για επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας». «Εδώ έχουμε από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ανεμογεννητριών στην Ελλάδα», είπε, ενώ αναφέρθηκε και στην προοπτική δημιουργίας «μιας εμβληματικής επένδυσης για τη βιομηχανία μας — της δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα».
«Η συνολική εικόνα της περιοχής ξεπερνά κατά πολύ το φυσικό αέριο», κατέληξε. «Είναι επενδύσεις σε ΑΠΕ, σε νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, σε τεχνολογίες δέσμευσης CO₂. Και όλα αυτά γίνονται πραγματικότητα χάρη σε έργα όπως αυτό που εγκαινιάζουμε σήμερα — έργα που ενσωματώνουν τεχνολογία, ασφάλεια, σεβασμό στο περιβάλλον και υψηλή τεχνογνωσία. Μιλάμε για 104 εκατομμύρια ευρώ επένδυση, αλλά κυρίως μιλάμε για ανθρώπους».
