Έχουμε πλέον εισέλθει στην Εποχή του Ηλεκτρισμού με τη ζήτηση να αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς και την παραγωγή, καθώς και τα δίκτυα, να προσπαθούν να ανταποκριθούν, όχι πάντα με επιτυχία.
Η έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο από 3,5% ετησίως κατά μέσο όρο μέχρι το 2030, τουλάχιστον 2,5 φορές πιο γρήγορα από τη συνολική ζήτηση ενέργειας το ίδιο διάστημα.
Η εκτίναξη της ζήτησης οφείλεται στην αυξανόμενη χρήση ηλεκτρικής της ενέργειας από τη βιομηχανία, στην διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων, στην υψηλότερη χρήση κλιματισμού και αντλιών θερμότητας και στην επέκταση των data centers και της τεχνητής νοημοσύνης. Ενώ οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες παραμένουν οι βασικοί κινητήρες της αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, η κατανάλωση από τις προηγμένες οικονομίες αυξάνεται επίσης μετά από 15 χρόνια στασιμότητας – συμβάλλοντας στο ένα πέμπτο της συνολικής αύξησης της ζήτησης ενέργειας έως το 2030.
Στο άλλο σκέλος, αυτό της παραγωγής, η έκθεση διαπιστώνει ότι η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – ενισχυμένη από την ανάπτυξη ρεκόρ των ηλιακών φωτοβολταϊκών – θα ξεπεράσει φέτος την παραγωγή από άνθρακα. Σημαντική άνοδο καταγράφει και η παραγωγή ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια, η οποία κατέγραψε νέο ρεκόρ. Υπολογίζεται ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η πυρηνική ενέργεια θα παράγουν μαζί το 50% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας το 2030, από 42% σήμερα.
Η παραγωγή φυσικού αερίου αναμένεται επίσης να αυξηθεί έως το 2030, λόγω της αυξανόμενης ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη συνεχιζόμενη στροφή των χωρών της Μέσης Ανατολής από το πετρέλαιο στο φυσικό αέριο για παραγωγή ενέργειας. Η παραγωγή με καύση άνθρακα χάνει έδαφος παγκοσμίως καθώς οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επεκτείνονται, επιστρέφοντας στα επίπεδα του 2021 μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Ως αποτέλεσμα, οι παγκόσμιες εκπομπές CO₂ από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να παραμείνουν περίπου σταθερές από τώρα έως το 2030.
Η έκθεση τονίζει ότι αυτές οι τάσεις – αυξανόμενη ζήτηση, ένα ολοένα και πιο εξαρτώμενο από τις καιρικές συνθήκες μείγμα πηγών παραγωγής ενέργειας και εξελισσόμενα πρότυπα και τεχνολογίες κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας – απαιτούν ταχεία και αποτελεσματική επέκταση τόσο των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας όσο και της ευελιξίας του συστήματος. Σήμερα, έργα αξίας άνω των 2.500 γιγαβάτ —που περιλαμβάνουν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση και έργα με μεγάλα φορτία, όπως τα data centers— αντιμετωπίζουν πρόβλημα σύνδεσης στο ηλεκτρικό δίκτυο.
Σύμφωνα με την έκθεση, η επέκταση των δικτύων, η ανάπτυξη των τεχνολογιών και η εφαρμογή κανονιστικών μεταρρυθμίσεων που να επιτρέπουν πιο ευέλικτες συνδέσεις και χρήση του δικτύου, θα μπορούσαν να επιτρέψουν την ενσωμάτωση έως και 1.600 γιγαβάτ έργων στο σύστημα. Από κοινού, τα μέτρα αυτά θα επιτρέψουν την αποτελεσματικότερη χρήση του δικτύου και την απελευθέρωση σημαντικής δυναμικότητας.
«Σε μια στιγμή σημαντικής αβεβαιότητας στις αγορές ενέργειας, μια βεβαιότητα είναι ότι η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται πολύ πιο έντονα από ό,τι συνέβη την τελευταία δεκαετία. Σε αυτήν την εποχή του ηλεκτρισμού, η αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας έως το 2030 πρόκειται να ισοδυναμεί με την προσθήκη περισσότερων από δύο Ευρωπαϊκών Ενώσεων», δήλωσε ο Διευθυντής Ενεργειακών Αγορών και Ασφάλειας του IEA Keisuke Sadamori. «Η κάλυψη αυτής της ζήτησης θα απαιτήσει ετήσια αύξηση των επενδύσεων σε δίκτυα κατά 50% έως το 2030. Η επέκταση της ευελιξίας θα είναι επίσης ζωτικής σημασίας καθώς τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας συνεχίζουν να εξελίσσονται – όπως και η ισχυρή εστίαση στην ασφάλεια και την ανθεκτικότητα».
Η έκθεση διαπιστώνει ότι οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης μπαταριών έχουν αυξηθεί απότομα, παρέχοντας μια σημαντική πηγή βραχυπρόθεσμης ευελιξίας. Αγορές όπως η Καλιφόρνια, η Γερμανία, το Τέξας, η Νότια Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν σημειώσει ισχυρή ανάπτυξη στο θέμα των μπαταριών τα τελευταία χρόνια.
Η έκθεση καταπιάνεται και με το φλέγον ζήτημα της οικονομικής προσιτότητας της ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως επισημαίνεται, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που πληρώνουν τα νοικοκυριά σε πολλές χώρες έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τα εισοδήματα τους, από το 2019 και μετά. Οι αυξημένες τιμές ασκούν, επίσης, πίεση στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις. Ως αποτέλεσμα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εστιάζουν σε πολιτικές, και κανονισμούς που οδηγούν όχι μόνο σε πρόσθετες επενδύσεις αλλά προσφέρουν και μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα σε όλα τα μέρη του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της ζήτησης, της προσφοράς και της χρήσης της υποδομής.
Σύμφωνα με την έκθεση, απαιτούνται μεγαλύτερες προσπάθειες για τη βελτίωση της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας σε όλο τον κόσμο, τα οποία αντιμετωπίζουν αυξανόμενους κινδύνους που σχετίζονται με τη γήρανση των υποδομών, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τις απειλές στον κυβερνοχώρο και άλλες αναδυόμενες ευπάθειες. Ο εκσυγχρονισμός του τρόπου λειτουργίας των συστημάτων, καθώς και η ενίσχυση της φυσικής προστασίας των υποδομών ζωτικής σημασίας, θα είναι ουσιαστικής σημασίας για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών.
πηγή: businessvoice.gr

