Σε μια κίνηση που προκαλεί έντονες αντιδράσεις στους κόλπους των περιβαλλοντολόγων, η Κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Kathy Hochul, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να τροποποιήσει τον εμβληματικό κλιματικό νόμο της πολιτείας (CLCPA), επιδιώκοντας να καθυστερήσει την εφαρμογή των αυστηρών κανονισμών για τη μείωση των εκπομπών ρύπων.
Σε άρθρο παρέμβασής της, η Hochul υποστήριξε ότι η τήρηση του υφιστάμενου χρονοδιαγράμματος για το 2030 θα οδηγούσε σε «συντριπτικό κόστος» για τους πολίτες της Νέας Υόρκης. Συγκεκριμένα, η πρότασή της περιλαμβάνει τη μετάθεση της προθεσμίας για τη θέσπιση υποχρεωτικών κανονισμών στο τέλος του 2030, γεγονός που ουσιαστικά καθιστά ανέφικτο τον στόχο για μείωση των εκπομπών κατά 40% μέχρι εκείνη τη χρονιά.
Επιπλέον, η Κυβερνήτης προτείνει μια αλλαγή στη μεθοδολογία μέτρησης του μεθανίου, υιοθετώντας ένα λιγότερο αυστηρό πρότυπο που θα κάνει τους στόχους της πολιτείας να φαίνονται πιο εύκολα επιτεύξιμοι στα χαρτιά, χωρίς απαραίτητα να υπάρξει ανάλογη πραγματική μείωση στην ατμόσφαιρα. Ως αντιστάθμισμα, προτείνεται η εισαγωγή ενός νέου ενδιάμεσου στόχου για το 2040, διατηρώντας παράλληλα τον τελικό στόχο για το 2050.
Η στροφή αυτή της Hochul, η οποία παλαιότερα υπήρξε ένθερμη υποστηρίκτρια του νόμου, αποδίδεται στις επερχόμενες εκλογές και στην προσπάθειά της να επικεντρωθεί στην «οικονομική προσιτότητα» (affordability). Η ίδια τόνισε ότι, αν και ο κλιματικός νόμος δεν ευθύνεται για τις τρέχουσες υψηλές τιμές ενέργειας, η πλήρης εφαρμογή του χωρίς αλλαγές θα εκτίναζε τους λογαριασμούς των νοικοκυριών κατά χιλιάδες δολάρια ετησίως.
Οι αντιδράσεις είναι ήδη σφοδρές, με περιβαλλοντικές οργανώσεις και προοδευτικούς Δημοκρατικούς νομοθέτες να κατηγορούν την Κυβερνήτη για υποχώρηση μπροστά στα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων και για υπονόμευση της ηγετικής θέσης της Νέας Υόρκης στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής.
Η πρόταση της Kathy Hochul σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή στην περιβαλλοντική πολιτική των ΗΠΑ, αποκαλύπτοντας τη σύγκρουση μεταξύ των φιλόδοξων κλιματικών στόχων και της οικονομικής πραγματικότητας. Η κίνηση αυτή αναδεικνύει ότι, καθώς το κόστος της πράσινης μετάβασης γίνεται άμεσα αισθητό στους καταναλωτές, ακόμη και οι πιο προοδευτικές κυβερνήσεις αναγκάζονται να επιλέξουν την πολιτική επιβίωση και την οικονομική σταθερότητα έναντι της ταχείας απανθρακοποίησης, διακινδυνεύοντας όμως την αξιοπιστία των μακροπρόθεσμων οικολογικών δεσμεύσεών τους.
