Η αγορά ακινήτων και ο εταιρικός χάρτης της χώρας εισέρχονται σε μια νέα φάση ωρίμανσης. Σε μια εποχή όπου τα κριτήρια ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία, Εταιρική Διακυβέρνηση) αποτελούν απόλυτη προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, η στρατηγική σύμπραξη μεταξύ της ΔΕΗ και της Dimand δημιουργεί νέα δεδομένα. Η επίσημη ανακοίνωση, στις 13 Ιουλίου 2026, για την αξιοποίηση του πρώην στρατοπέδου Πλέσσα, συνιστά μία από τις μεγαλύτερες και πλέον εμβληματικές παρεμβάσεις αστικής ανάπλασης στη σύγχρονη ιστορία της πρωτεύουσας.
Η επένδυση, η οποία αγγίζει τον προϋπολογισμό των 176 εκατομμυρίων ευρώ, δεν αφορά απλώς την ανέγερση ενός υπερσύγχρονου συγκροτήματος γραφείων. Αποτελεί την έμπρακτη εφαρμογή μιας νέας προσέγγισης στο πώς οι μεγάλες επιχειρήσεις οφείλουν να αλληλεπιδρούν με το αστικό περιβάλλον, την τοπική κοινότητα και το φυσικό οικοσύστημα. Μέσα από την ενδελεχή ανάλυση των παραμέτρων του έργου, αναδεικνύεται ξεκάθαρα ότι ο άξονας της λεωφόρου Μεσογείων ετοιμάζεται να υποδεχθεί ένα τοπόσημο διεθνών προδιαγραφών.
Η ίδρυση της Powerhub Properties A.E.
Ο πυρήνας αυτής της στρατηγικής συμφωνίας εντοπίζεται στο νέο επιχειρηματικό σχήμα. Για την υλοποίηση του έργου συστάθηκε η εταιρεία Powerhub Properties A.E., στην οποία η ΔΕΗ και η Dimand συμμετέχουν ισομερώς, με ποσοστό 50% η καθεμία. Η νέα αυτή οντότητα υπεισέρχεται στη μακροχρόνια μίσθωση του οικοπέδου, υποκαθιστώντας τη ΔΕΗ, και αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τον ρόλο του φορέα ανάπτυξης και εκμετάλλευσης του ακινήτου.
Η κίνηση αυτή καταδεικνύει τη στρατηγική επιλογή της ΔΕΗ να μην αναλάβει μόνη της τον κατασκευαστικό κίνδυνο ενός τεράστιου έργου real estate, ένας τομέας που δεν αποτελεί τη βασική της δραστηριότητα. Αντιθέτως, συμπράττει με την Dimand, μια εταιρεία με αποδεδειγμένη ηγετική εμπειρία στην πράσινη ανάπτυξη ακινήτων. Όπως εύστοχα σημείωσε η κα Ζωρζέτα Χριστοδουλοπούλου, Γενική Διευθύντρια Υποστηρικτικών Λειτουργιών του Ομίλου ΔΕΗ, η σύμπραξη αυτή «εξασφαλίζει τη βέλτιστη διαχείριση των κεφαλαίων μας, ελαχιστοποιεί το κατασκευαστικό ρίσκο και εγγυάται την ταχύτητα και την αρτιότητα της εκτέλεσης». Πρόκειται για ένα δείγμα ορθολογικής εταιρικής διακυβέρνησης.
Το πολεοδομικό σχέδιο στη λεωφόρο Μεσογείων
Το project στο πρώην στρατόπεδο Πλέσσα, επί της λεωφόρου Μεσογείων 211, σχεδιάστηκε με αυστηρά πολεοδομικά κριτήρια και απόλυτο σεβασμό στην κλίμακα της περιοχής. Από τη συνολική έκταση των 18,8 στρεμμάτων, το μεγαλύτερο μέρος παραμένει συνειδητά ελεύθερο. Το ύψος του κτιριακού συγκροτήματος περιορίζεται στα 19,5 μέτρα, διασφαλίζοντας την ομαλή και αρμονική ένταξή του στον οικιστικό ιστό. Οι χώροι κύριας χρήσης του campus θα ανέρχονται σε περίπου 29.900 τ.μ.
Ιδιαίτερη μέριμνα έχει ληφθεί για την κυκλοφοριακή διαχείριση και την αποφυγή επιβάρυνσης της γειτονιάς. Η ανάπτυξη προβλέπει την κατασκευή τριών υπόγειων επιπέδων, συνολικής επιφάνειας περίπου 29.000 τ.μ., τα οποία θα φιλοξενούν περισσότερες από 600 θέσεις στάθμευσης. Σύμφωνα με τον καινοτόμο σχεδιασμό, προβλέπονται υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων για το 50% αυτών των θέσεων. Αυτή η τεράστια υπόγεια υποδομή εγγυάται ότι η στάθμευση και η κίνηση των οχημάτων θα απορροφώνται πλήρως εντός των ορίων του ακινήτου, προστατεύοντας τους γειτονικούς δρόμους.
Περιβαλλοντικός σχεδιασμός και τεχνολογίες αιχμής
Η περιβαλλοντική διάσταση του έργου δεν περιορίζεται στη θεωρία, αλλά μεταφράζεται σε συγκεκριμένες, μετρήσιμες πρακτικές. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, θα διατηρηθούν στο ακέραιο τα υφιστάμενα δέντρα του παλαιού στρατοπέδου, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για τέτοιας κλίμακας έργα. Παράλληλα, σχεδιάζονται 7.800 τ.μ. νέων φυτεμένων επιφανειών και περιβάλλοντος χώρου με υδάτινα στοιχεία, καθώς και ένα εντυπωσιακό πράσινο δώμα (roof garden) έκτασης 3.700 τ.μ.
Στο ενεργειακό επίπεδο, το συγκρότημα θα λειτουργεί με γνώμονα την αυτονομία και τη βιωσιμότητα. Θα εξοπλιστεί με υπερσύγχρονες γεωθερμικές αντλίες και 750 φωτοβολταϊκά πάνελ για την κάλυψη των αναγκών του σε ηλεκτρική ενέργεια. Επιπλέον, η ενσωμάτωση υπόγειων δεξαμενών συλλογής όμβριων υδάτων θα εξασφαλίζει την αυτόνομη άρδευση των εκτεταμένων χώρων πρασίνου.
Στόχευση στις πιστοποιήσεις LEED και WELL
Στην παγκόσμια αγορά του real estate, η ποιότητα και η βιωσιμότητα αποδεικνύονται μέσω αυστηρών προτύπων. Το νέο campus στοχεύει στην απόκτηση των κορυφαίων διεθνών πιστοποιήσεων αειφορίας, LEED Platinum και WELL Platinum.
Η πιστοποίηση LEED εστιάζει στην ενεργειακή αποδοτικότητα, τη διαχείριση των πόρων και το ελάχιστο περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κτιρίου. Αντίστοιχα, η πιστοποίηση WELL Platinum αξιολογεί παραμέτρους που αφορούν αποκλειστικά τον άνθρωπο, όπως η ποιότητα του αέρα, ο φυσικός φωτισμός, η εργονομία και η ψυχική ευεξία των εργαζομένων. Η ταυτόχρονη επιδίωξη αυτών των δύο ανώτατων βαθμίδων καθιστά το ακίνητο έναν εργασιακό χώρο-πρότυπο, τοποθετώντας την Αθήνα στον χάρτη των σύγχρονων ευρωπαϊκών εταιρικών εγκαταστάσεων.
Η μακροοικονομική σημασία της επένδυσης
Αναλύοντας τις δηλώσεις του κ. Νίκου Δήμτσα, Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της Dimand, επιβεβαιώνεται η ευρύτερη προστιθέμενη αξία της επένδυσης. Ο κ. Δήμτσας χαρακτήρισε το έργο ως «ένα σύνθετο και απαιτητικό project, υψηλής αισθητικής και αρχιτεκτονικής, το οποίο είμαι βέβαιος ότι θα αποτελεί πρότυπο βιοκλιματικής ανάπτυξης και τοπόσημο για την Αθήνα». Πρόσθεσε, επίσης, ότι η Dimand εισφέρει όλη της την τεχνογνωσία για την παράδοση ενός έργου που ικανοποιεί απόλυτα τα επενδυτικά κριτήρια και προσφέρει κορυφαία υπεραξία στην τοπική κοινότητα.
Το έργο βρίσκεται ήδη στο στάδιο της θεμελίωσης και αναμένεται να παραδοθεί στα μέσα του 2028. Δεν θα αποτελεί απλώς έναν κλειστό εργασιακό χώρο, καθώς θα περιλαμβάνει ένα πρότυπο εμπορικό κατάστημα της ΔΕΗ, χώρους εστίασης, ένα σύγχρονο αμφιθέατρο και υποδομές ευεξίας, ενισχύοντας τη διάδρασή του με την πόλη.
Η ανάπτυξη του νέου βιοκλιματικού campus στη λεωφόρο Μεσογείων αποτελεί ένα έργο πραγματικό ορόσημο. Αποδεικνύει στην πράξη πώς οι ανεκμετάλλευτες δημόσιες ή ημικρατικές εκτάσεις μπορούν να μετατραπούν σε σύγχρονους, πράσινους χώρους, μέσα από συνεργασίες που βασίζονται στην υψηλή τεχνογνωσία και την ορθολογική κατανομή κινδύνου. Με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2028, η ελληνική πρωτεύουσα αποκτά μια υποδομή που ανταποκρίνεται στις αυστηρότερες διεθνείς απαιτήσεις αειφορίας, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον απόλυτο σεβασμό στον κάτοικο και το αστικό περιβάλλον.
