Σημαντική ευκαιρία για την Ευρώπη εν μέσω ακυρώσεων έργων καθαρής τεχνολογίας στις ΗΠΑ, να προωθήσει το Clean Industrial Deal, βλέπει σε ανάλυσή του το Bruegel. Η υλοποίηση της Καθαρής Βιομηχανικής Συμφωνίας είναι ζωτικής σημασίας για 2 λόγους. Τόσο για την παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων με φθηνή, καθαρή και εγχώρια παραγόμενη ενέργεια, όσο και για να μπορέσει να ανταγωνιστεί η Ευρώπη τις ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές καθαρής τεχνολογίας στο μέλλον, οι οποίες αναμένεται να ξεπεράσουν τα 2 τρισ. δολάρια έως το 2035.
Η Συμφωνία έχει οδηγήσει σε μια πληθώρα εγγράφων, κλαδικών διαλόγων και σχεδίων δράσης. Το σημαντικότερο μέτρο μέχρι στιγμής αποτέλεσε η επικαιροποίηση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, μέσω του σχετικού πλαισίου CISAF. Οι κανόνες αυτοί απλοποιούν και διευρύνουν τους τομείς που μπορούν οι εθνικές κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν, συμπεριλαμβάνοντας τις ενισχύσεις για το ενεργειακό κόστος των ενεργοβόρων βιομηχανιών, την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, καθώς και την κατασκευή καθαρής τεχνολογίας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει το Bruegel, αυτό ενέχει τον κίνδυνο τα κράτη μέλη να επιδοθούν σε έναν αγώνα επιδοτήσεων, οδηγώντας έτσι σε κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς της ΕΕ.
Αντίθετα, για να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες που προσφέρει η καθαρή τεχνολογία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν 4 βασικές προκλήσεις τους επόμενους μήνες. Αυτές αφορούν τη δημόσια χρηματοδότηση, τις αγορές που θα πρωταγωνιστήσουν, την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας και τη διεθνή δράση. Όσον αφορά το ζήτημα της χρηματοδότησης, κρίσιμο παραμένει το ETS, καθώς περισσότερα από 500 εκατ. δικαιώματα εκπομπών θα έχουν διανεμηθεί για την περίοδο 2020-2030, εισφέροντας περίπου 40 δισ. ευρώ στο Innovation Fund, το βασικό εργαλείο της ΕΕ για τη στήριξη επενδύσεων καθαρής τεχνολογίας.
Η πρόταση για τη νέα Τράπεζα Απανθρακοποίησης, ύψους 100 δισ. ευρώ, θα αξιοποιούσε επίσης τα έσοδα από το ETS, το οποίο έχει προγραμματιστεί να τεθεί υπό συζήτηση για μεταρρύθμιση το 2026. Ταυτόχρονα, η ΕΤΕπ επεκτείνει το χαρτοφυλάκιο των καθαρών βιομηχανικών περιουσιακών στοιχείων της, συμπεριλαμβανομένου του πακέτου για την αιολική ενέργεια και ενός πιλοτικού προγράμματος για την κατανομή ρίσκου μεταξύ εταιρειών που υπογράφουν μακροπρόθεσμα συμβόλαια καθαρής ενέργειας.
Επιπλέον, για να αναπτυχθούν, οι καθαρές βιομηχανίες χρειάζονται όχι μόνο χρηματοδότηση, αλλά και προβλέψιμη ζήτηση. Αυτό απαιτεί σαφήνεια ως προς την πορεία της απανθρακοποίησης της ΕΕ, γεγονός που καθιστά αναγκαία την άμεση υιοθέτηση του στόχου μείωσης των σχετικών εκπομπών κατά 90% έως το 2040. Ωστόσο, αυτό συνεπάγεται ακόμα τη δημιουργία αγορών που θα οδηγήσουν την ανάπτυξη των καθαρών τεχνολογιών. Η επικείμενη μεταρρύθμιση του 2026 των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις, θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα, επισημαίνει η ανάλυση.
Αυτό με τη σειρά του θα απαιτήσει μια λεπτή ισορροπία. Η μετάβαση σε πλήρη κριτήρια «Made in Europe» ενέχει πράγματι τον κίνδυνο αύξησης του κόστους και θα οδηγήσει σε πληθωρισμό. Μια εναλλακτική λύση θα ήταν η υιοθέτηση κριτηρίων βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας που να περιλαμβάνουν όχι μόνο καθαρές τεχνολογίες και προϊόντα που κατασκευάζονται στην Ευρώπη, αλλά και εκείνα που προέρχονται από χώρες με τις οποίες η ΕΕ συνάπτει νέες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και διαθέτει εταιρικές σχέσεις.
Σημειώνεται ακόμα ότι, για να αξιοποιήσει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της απανθρακοποίησης και της ανταγωνιστικότητας, η ΕΕ πρέπει να επιταχύνει την ενοποίηση της αγοράς, ολοκληρώνοντας την Ενεργειακή Ένωση. Το ευρωπαϊκό πακέτο μέτρων για τα δίκτυα, το οποίο θα υποβληθεί έως τα τέλη του 2025, και τα μέτρα για την εμβάθυνση της ολοκλήρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία θα προταθούν στις αρχές του 2026, αποτελούν μια ευκαιρία για τη λήψη σημαντικών μέτρων όσον αφορά τις διασυνδέσεις, τον σχεδιασμό σε επίπεδο ΕΕ, την αδειοδότηση και τη χρηματοδότηση.
Από διεθνή άποψη τέλος, η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού για την εγχώρια βιομηχανία χωρίς να ολισθήσει σε εμφανή προστατευτισμό. Η Ευρώπη έχει απορρίψει τους δασμούς επί των φωτοβολταϊκών πάνελ, δίνοντας προτεραιότητα στην φθηνή εγκατάστασή τους. Όσον αφορά τα ηλεκτρικά οχήματα, τον περασμένο Δεκέμβριο η ΕΕ επέβαλε δασμούς σε κινεζικές εταιρείες που θεωρήθηκε ότι έλαβαν αθέμιτη κρατική στήριξη. Μια τέτοια διαφοροποιημένη κλαδική προσέγγιση είναι σημαντική και μπορεί να διαμορφωθεί έτσι ώστε να ευνοεί τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Κρίσιμο ζήτημα που απαιτεί δράση σε επίπεδο ΕΕ είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των κινεζικών άμεσων ξένων επενδύσεων στην κατασκευή μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων στην Ευρώπη, καθώς και οι πιθανοί κίνδυνοι για τα συμφέροντα της Ένωσης, που εκτείνονται από τη δημιουργία εγχώριων θέσεων εργασίας έως την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, καθώς και η προώθηση μετάδοσης τεχνολογίας.
