Μια νέα, αποκαλυπτική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Communications Sustainability” (Nature Group) φέρνει στο φως τη σοκαριστική έκταση της ρύπανσης στον Ρήνο, μια από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες της Ευρώπης. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο ποταμός μεταφέρει ετησίως προς τη Βόρεια Θάλασσα από 3.000 έως 4.700 τόνους απορριμμάτων, υπογραμμίζοντας την αποτυχία των τρεχόντων συστημάτων διαχείρισης αποβλήτων στις παραποτάμιες βιομηχανικές ζώνες.
Η εκτίμηση προέκυψε από τα αποτελέσματα δώδεκα μηνών συνεχούς παρακολούθησης σε συνεργασία με πολίτες-επιστήμονες στην Κολωνία και είναι πάνω από 250 φορές υψηλότερη από ορισμένες προηγούμενες εκτιμήσεις.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο της Βόννης στη Γερμανία, χρησιμοποίησαν μια πλωτή παγίδα απορριμμάτων, δεμένη στην Κολωνία, για να παρακολουθήσουν τα απορρίμματα που μετέφερε ο Ρήνος μεταξύ 19 Νοεμβρίου 2022 και 18 Νοεμβρίου 2023. Η παγίδα συνέλεγε απορρίμματα που επέπλεαν στην επιφάνεια του νερού, καθώς και εκείνα που βρίσκονταν έως και 80 εκατοστά κάτω από αυτήν, φιλτράροντας καθημερινά περίπου το 0,08% της μέσης ημερήσιας ροής του ποταμού. Κάθε αντικείμενο μεγαλύτερο του ενός εκατοστού που συλλεγόταν ζυγίστηκε και κατηγοριοποιήθηκε.
Στη συνέχεια, οι συγγραφείς προχώρησαν σε εξαγωγή συμπερασμάτων για ολόκληρο το έτος, εκτιμώντας ότι ο Ρήνος μεταφέρει ετησίως μεταξύ 3.010 και 4.707 τόνους απορριμμάτων μεγέθους μεγαλύτερου από 25 χιλιοστά στη Βόρεια Θάλασσα, εκ των οποίων από 446 έως 697 τόνοι είναι πλαστικό. Οι εκτιμήσεις αυτές για το πλαστικό είναι από 22 έως και 286 φορές υψηλότερες από προηγούμενες εκτιμήσεις που βασίζονταν σε παρατηρήσεις απορριμμάτων μίας μόνο ημέρας. Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ρεαλιστικά μεγέθη για τα απορρίμματα των ποταμών μπορούν να προκύψουν μόνο μέσω μακροχρόνιων και συνεχών μεθόδων παρακολούθησης που περιλαμβάνουν φυσική συλλογή των απορριμμάτων.
Σε ξεχωριστό άρθρο σχολιασμού, η Ντιλέκ Φράισλ από το Διεθνές Ινστιτούτο International Institute for Applied Systems Analysis (IIASA) της Αυστρίας και οι συνεργάτες της υποστηρίζουν ότι τα προγράμματα επιστήμης των πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συλλογή μεγάλων ποσοτήτων δεδομένων που χρησιμοποιεί ο ΟΗΕ για την παρακολούθηση των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs) προσθέτοντας ότι η διακοπή των Δημογραφικών και Υγειονομικών Ερευνών που υποστηρίζονταν στο παρελθόν από την Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών (USAID) έχει δημιουργήσει σημαντικό κενό στα διαθέσιμα δεδομένα.
