Πρέσβειρα του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα
Εθνικός Εμπειρογνώμονας Δίκαιης Μετάβασης
Η μετάβαση προς μια πιο βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς οικονομία — η λεγόμενη «δίκαιη μετάβαση» — παρουσιάζεται συχνά ως ένα σύνθετο τεχνοκρατικό εγχείρημα. Συζητάμε για επενδύσεις, κανονιστικά πλαίσια και καινοτομία. Όμως, αυτή η οπτική παραλείπει το πιο κρίσιμο στοιχείο: οι κοινωνίες δεν μετασχηματίζονται μόνο με σχέδια και πόρους, αλλά με τη συμμετοχή των ανθρώπων που καλούνται να ζήσουν την αλλαγή.
Μια πρόσφατη ανάλυση της Ομάδας Εργασίας για τη Συμμετοχή Ενδιαφερόμενων Μερών στη Δίκαιη Μετάβαση της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής αναδεικνύει με σαφήνεια ότι η επικοινωνία δεν είναι περιφερειακή λειτουργία, αλλά κεντρικός πυλώνας της ίδιας της μετάβασης. Οι οργανισμοί που εμπλέκονται φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι δεν αρκεί να ενημερώνεις — πρέπει να εμπλέκεις. Να δημιουργείς χώρο για διάλογο, να καλλιεργείς εμπιστοσύνη, να δίνεις λόγο στους πολίτες.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η επικοινωνία δεν απευθύνεται μόνο στη λογική, αλλά και στο συναίσθημα. Δεν αφορά αποκλειστικά αριθμούς και δείκτες, αλλά εμπειρίες, αξίες και αίσθημα δικαιοσύνης. Σε μια περίοδο όπου η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς είναι ενισχυμένη, αυτή η διάσταση δεν είναι δευτερεύουσα — είναι καθοριστική.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι στρατηγικές συμμετοχής εστιάζουν στις τοπικές κοινωνίες, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στους νέους. Πρόκειται για ομάδες που είτε επηρεάζονται άμεσα είτε μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς αλλαγής. Ωστόσο, υπάρχει ένα εμφανές κενό: οι εργαζόμενοι σε παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους — εκείνοι που βιώνουν πιο έντονα το κόστος της μετάβασης — δεν βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο της επικοινωνίας. Αν η «δίκαιη» μετάβαση δεν τους συμπεριλάβει ουσιαστικά, τότε ο χαρακτηρισμός της κινδυνεύει να αποδειχθεί κενός.
Εξίσου σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται το μήνυμα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κυριαρχήσει, όμως δεν αρκούν από μόνα τους. Οι τοπικές εκδηλώσεις, οι άμεσες επαφές και ακόμη και τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης διατηρούν καθοριστικό ρόλο, ιδίως σε περιοχές όπου η εμπιστοσύνη χτίζεται διαπροσωπικά. Κυρίως, όμως, αυτό που φαίνεται να έχει τη μεγαλύτερη απήχηση είναι οι ανθρώπινες ιστορίες. Οι πολίτες δεν συνδέονται με αφηρημένες στρατηγικές — συνδέονται με πρόσωπα, εμπειρίες και πραγματικές διαδρομές.
Το μήνυμα είναι απλό, αλλά συχνά υποτιμημένο: η αυθεντικότητα υπερέχει της τελειότητας. Σε ένα περιβάλλον όπου η παραπληροφόρηση διαχέεται ταχύτατα, η έγκαιρη, αξιόπιστη και διαφανής ενημέρωση αποτελεί την πιο αποτελεσματική άμυνα. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικός αριθμός οργανισμών εξακολουθεί να μην διαθέτει σαφή στρατηγική για την αντιμετώπισή της — ένα κενό που μπορεί να υπονομεύσει συνολικά την προσπάθεια.
Την ίδια στιγμή, η επικοινωνία παραμένει υποχρηματοδοτημένη. Όταν έξι στους δέκα οργανισμούς δηλώνουν ότι δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους ή προσωπικό, το πρόβλημα δεν είναι επιχειρησιακό αλλά πολιτικό: η επικοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα λειτουργία. Και όμως, χωρίς αυτήν, ακόμη και οι πιο καλά σχεδιασμένες πολιτικές δεν θα βρουν ποτέ κοινωνική αποδοχή.
Η δίκαιη μετάβαση δεν θα κριθεί μόνο στα υπουργικά γραφεία ή στα επενδυτικά σχέδια. Θα κριθεί στις τοπικές κοινωνίες, στους χώρους εργασίας, στην καθημερινότητα των πολιτών. Και εκεί, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ενημερωθούν οι άνθρωποι, αλλά να αισθανθούν ότι έχουν φωνή και ρόλο.
Αν κάτι προκύπτει ξεκάθαρα, είναι ότι η επικοινωνία δεν είναι συνοδευτικό εργαλείο της πολιτικής. Είναι προϋπόθεση επιτυχίας της. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να σχεδιάσουμε τη μετάβαση, αλλά να την κάνουμε κοινή υπόθεση.
Eνημερωτικό Σημείωμα: Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το Κλίμα αποτελεί μία πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συντονιστής του Συμφώνου στην Ελλάδα είναι ο οργανισμός ΙΝΖΕΒ. Για όποια πληροφορία σχετικά με το Σύμφωνο ή για κλιματικές δράσεις που θα σας ενδιέφερε να διοργανώσετε, μπορείτε να επικοινωνείτε με την Ομάδα Συντονισμού στο [email protected] ή στο τηλέφωνο 210 6394608.
