Της Καθ. Φοίβης Κουντούρη,
Πρέσβειρα του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα,
Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών & Πανεπιστήμιο Cambridge,
Επικεφαλής Επιστήμονας της Ανεξάρτητης Ομάδας Επιστημόνων του ΟΗΕ για την Έκθεση Βιώσιμης Ανάπτυξης 2027,
Πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ενώσεων Οικονομολόγων Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων,
Πρόεδρος του Παγκόσμιου Κόμβου Κλίματος του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ,
Διευθύντρια του Δικτύου Έρευνας και Καινοτομίας AE4RIA
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποκάλυψε βίαια τους κινδύνους της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, προκαλώντας ρήξη στις προμήθειες αερίου και πρωτοφανή αναδιάρθρωση ενεργειακών συστημάτων. Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και η χρόνια αστάθεια στη Μέση Ανατολή ενέτειναν την αβεβαιότητα. Το μήνυμα είναι σαφές: η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα είναι διαρθρωτικός κίνδυνος ασφαλείας που πλήττει ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές, τρόφιμα, ύδρευση και κοινωνική σταθερότητα. Η δέσμευση της ΕΕ για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας απέκτησε επείγον δεύτερο σκεπτικό: τη στρατηγική επιβίωση. Η στροφή προς εγχώρια, αποκεντρωμένη ανανεώσιμη ενέργεια δεν αφορά πλέον μόνο τις εκπομπές. Αφορά το κατά πόσον η Ευρώπη μπορεί να τροφοδοτήσει την οικονομία της με πόρους που κανένας αντίπαλος δεν μπορεί να διακόψει.
Αυτό που καθιστά την ευρωπαϊκή περίπτωση παγκοσμίως σημαντική είναι η κλίμακα του πειράματος. Μεταξύ 2021 και 2023, η ΕΕ μείωσε τις εισαγωγές ρωσικού αερίου κατά 80%, αντικαθιστώντας μεγάλο μέρος με αιολική, ηλιακή ενέργεια και αντλίες θερμότητας. Καμία ανάλογη αναδιάρθρωση δεν έχει συμβεί με αυτόν τον ρυθμό σε μεγάλη βιομηχανική οικονομία. Το αποτέλεσμα είναι ένα stress test ηπειρωτικής κλίμακας που γεννά ερωτήματα στα οποία η εργαστηριακή έρευνα μόνη της δεν απαντά.
Το ηλεκτρικό δίκτυο σχεδιάστηκε γύρω από κεντρικές, ελεγχόμενες μονάδες παραγωγής. Η ενσωμάτωση ανανεώσιμων στα επίπεδα που προβλέπονται, πάνω από 70% της ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2040, απαιτεί πρόοδο πέρα από τη σταδιακή βελτιστοποίηση. Η μοντελοποίηση σταθερότητας ενός τέτοιου ηπειρωτικού δικτύου υπό υψηλή διείσδυση ανανεώσιμων παραμένει ανοιχτό πρόβλημα. Η φυσική της ρύθμισης συχνότητας, του ελέγχου τάσης και του κινδύνου αλυσιδωτών αστοχιών σε δίκτυα αντιστροφέων αποτελεί ενεργό ερευνητικό μέτωπο.
Η αποθήκευση ενέργειας παρουσιάζει εξίσου κρίσιμα εμπόδια. Οι μπαταρίες λιθίου κλιμακώνονται για βραχυπρόθεσμη εξισορρόπηση, αλλά η εποχιακή σταθεροποίηση απαιτεί χημείες που δεν υπάρχουν ακόμη σε ανταγωνιστικό κόστος. Η ηλεκτρολυτική παραγωγή υδρογόνου σε κλίμακα gigawatt αντιμετωπίζει την έλλειψη κρίσιμων υλικών, όπως το ιρίδιο. Πρόσφατες εξελίξεις στον υψηλής απόδοσης έλεγχο καταλυτών δείχνουν το είδος επιταχυνόμενης ανακάλυψης υλικών που χρειάζεται η μετάβαση.
Η ενέργεια όμως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα. Η υδατική καταπόνηση επηρεάζει υδροηλεκτρική ενέργεια, ψύξη και γεωργία. Οι ενεργειακές επιλογές διαμορφώνουν κόστος άρδευσης, παραγωγή λιπασμάτων και χρήση γης. Τα τροφικά συστήματα εξαρτώνται από ενέργεια και νερό, ενώ οδηγούν σε απώλεια βιοποικιλότητας. Η μετάβαση δεν είναι στενά ενεργειακή. Είναι πρόκληση συζευγμένων συστημάτων πόρων.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντάσσεται η δουλειά μας στο AE4RIA – The Alliance of Excellence for Research and Innovation on Aeiphoria. Υπό την ηγεσία της Καθηγήτριας Φοίβης Κουντούρη και με θεσμική βάση στο ReSEES.AE4RIA του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο SDU.AE4RIA του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά», το AE4RIA λειτουργεί ως ανοικτό, διεπιστημονικό και ανθρωποκεντρικό οικοσύστημα. Αναπτύσσει συστημικά εργαλεία, μοντέλα και Living Labs που συνδέουν ενέργεια, νερό, γη, τρόφιμα, βιοποικιλότητα, κλιματική προσαρμογή, χρηματοδότηση και διακυβέρνηση. Με περισσότερους από 200 ερευνητές, παγκόσμιο οικοσύστημα άνω των 20.000 μελών, παρουσία σε πάνω από 120 χώρες και περισσότερα από 100 διεθνή έργα, μεταφράζει την επιστήμη σε εφαρμόσιμες διαδρομές μετάβασης. Η συμβολή του είναι κρίσιμη, διότι δείχνει ότι η ανεξαρτησία ενέργειας και πόρων απαιτεί ολοκληρωμένη αποτίμηση κινδύνων, ψηφιακά εργαλεία λήψης αποφάσεων, επενδυτικά χαρτοφυλάκια, κοινωνική συμμετοχή και θεσμική ικανότητα υλοποίησης.
Η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα διακυβεύεται εξίσου. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει τιμές ρεύματος δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από ΗΠΑ και Κίνα. Η έρευνα σε μονοπάτια βιομηχανικού εξηλεκτρισμού, στην αντικατάσταση ορυκτών καυσίμων στη θερμική επεξεργασία χάλυβα, χημικών και τσιμέντου, είναι ζωτική. Εξίσου ζωτική είναι η χρηματοδότηση επενδύσεων που μειώνουν το τεχνολογικό, ρυθμιστικό και αγοραίο ρίσκο.
Η μετάβαση εκτυλίσσεται σε κράτη-μέλη με αποκλίνοντα ενεργειακά μείγματα και δημοσιονομικές δυνατότητες. Η κοινωνική έρευνα για δίκαιη κατανομή κόστους, αποδοχή και προσαρμογή εργασίας είναι εξίσου κρίσιμη. Χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση, ακόμη και η σωστή τεχνολογία δεν υλοποιείται.
Ωστόσο, το βαθύτερο εμπόδιο δεν είναι ούτε τεχνολογικό ούτε οικονομικό. Τα ρυθμιστικά πλαίσια και οι διαδικασίες σχεδιασμού χτίστηκαν για να βελτιστοποιούν μεμονωμένους τομείς, όπως ενέργεια, ύδατα, γεωργία και βιοποικιλότητα, σε γεωπολιτικά σταθερό κόσμο. Αυτή η θεσμική αρχιτεκτονική αντιστέκεται πλέον ενεργά στην ολοκλήρωση. Τα καθεστώτα αδειοδότησης καθυστερούν ανανεώσιμες κατά χρόνια. Οι κανόνες αγοράς τιμωρούν την ευελιξία. Η υπέρβαση αυτών των εγκλωβισμών απαιτεί νέα θεσμική επιστήμη: έρευνα για επανασχεδιασμό διακυβέρνησης ικανής να διαχειρίζεται διατομεακούς συμβιβασμούς υπό αβεβαιότητα. Πρόβλημα δυσκολότερο από την κατασκευή καλύτερης μπαταρίας.
Το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση. Οι αποφάσεις για εκσυγχρονισμό δικτύων, αποθήκευση, υδρογόνο και διασυνοριακά συστήματα θα κρίνουν αν η φιλοδοξία ξεπερνά την επιστήμη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η αδυναμία πολιτικής βούλησης αλλά η στενότητα του ερευνητικού και θεσμικού αγωγού. Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως αυτό που είναι: διεπιστημονική ερευνητική και επενδυτική πρόκληση που αξίζει διαρκή δημόσια επένδυση. Το ευρωπαϊκό πείραμα παράγει ήδη μαθήματα που χρειάζεται ο κόσμος. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα επενδύσει αρκετά για να τα μάθει σωστά και να τα εφαρμόσει έγκαιρα.
Το παρόν άρθρο αξιοποιεί στοιχεία και πληροφορίες που παρουσιάζονται σε επιστημονική δημοσίευση των Φοίβη Κουντούρη και Άγγελου Αλαμάνου.
