Της Καθ. Φοίβης Κουντούρη,
Πρέσβειρα του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα,
Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών & Πανεπιστήμιο Cambridge,

Επικεφαλής Επιστήμονας της Ανεξάρτητης Ομάδας Επιστημόνων του ΟΗΕ για την Έκθεση Βιώσιμης Ανάπτυξης 2027,
Πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ενώσεων Οικονομολόγων Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων,
Πρόεδρος του Παγκόσμιου Κόμβου Κλίματος του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ,
Διευθύντρια του Δικτύου Έρευνας και Καινοτομίας AE4RIA

 

Η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 δεν αποτελεί μόνο ενεργειακό στόχο. Είναι μια βαθιά αναπτυξιακή πρόκληση που αφορά ταυτόχρονα την οικονομία, τη γεωργία, τη χρήση γης, τη διαχείριση υδάτων, τις μεταφορές και την κοινωνική συνοχή.

Πηγη: https://unsdsn.globalclimatehub.org/

Ως επικεφαλής επιστήμονας της Παγκόσμιας Έκθεσης Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (GSDR 2027), έχω επισημάνει ότι η ανθρωπότητα διαθέτει ήδη την επιστημονική γνώση, την τεχνολογία και τους χρηματοδοτικούς πόρους για να επιτύχει τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης. Εκεί όπου υστερούμε είναι στην εφαρμογή, στον συντονισμό και στη μετάφραση των μακροπρόθεσμων στόχων σε συνεκτικές, υλοποιήσιμες διαδρομές πολιτικής.

Στο Alliance of Excellence for Research and Innovation on Aeiphoria (AE4RIA), το ερευνητικό κέντρο που διευθύνω, αναπτύσσουμε ολοκληρωμένα επιστημονικά εργαλεία που συνδέουν την οικονομία με το περιβάλλον και την κοινωνία. Παράλληλα, στον Παγκόσμιο Κόμβο Κλίματος του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ (SDSN Global Climate Hub), που διευθύνω, εφαρμόζουμε μια ολοκληρωμένη μεθοδολογία σχεδιασμού διαδρομών κλιματικής ουδετερότητας, η οποία ήδη αξιοποιείται σε 120 χώρες.

Η μεθοδολογία αυτή βασίζεται σε τρία διαδοχικά και αλληλοσυνδεόμενα βήματα.

Το πρώτο βήμα αφορά τη σαφή αποτύπωση των διεθνών και εθνικών στόχων, όπως απορρέουν από την Ατζέντα 2030 και τις εθνικές δεσμεύσεις για το κλίμα. Το δεύτερο βήμα συνίσταται στη διαμόρφωση δυναμικών και χωρικών διαδρομών μετάβασης, μέσα από ολοκληρωμένα υποδείγματα που συνδέουν ενέργεια, γη, γεωργία, υδάτινους πόρους και οικονομία. Το τρίτο βήμα αφορά την ιεράρχηση των μέτρων με βάση πολλαπλά κριτήρια – περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά – ώστε να επιλεγεί η πιο αποδοτική και δίκαιη στρατηγική.

Η εφαρμογή αυτής της προσέγγισης στην Ελλάδα αναδεικνύει σημαντικά ευρήματα. Με πλήρη εφαρμογή του εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα, η συνολική ενεργειακή ζήτηση μειώνεται κατά περίπου 23%, με ιδιαίτερα μεγάλες μειώσεις στη βιομηχανία και τις μεταφορές. Οι εκπομπές από τον ενεργειακό τομέα μειώνονται σχεδόν κατά 92%, από περίπου 26 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα το 2022 σε περίπου 5,2 εκατομμύρια τόνους το 2050.

Η μετάβαση αυτή βασίζεται στην πλήρη κατάργηση του λιγνίτη, στη δραστική μείωση της χρήσης φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή και στη σημαντική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή απαιτεί περίπου 870 τετραγωνικά χιλιόμετρα επιπλέον γης, γεγονός που δημιουργεί πιέσεις στη γεωργική παραγωγή και στη βιοποικιλότητα. Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκομμένα από τον χωροταξικό και αγροτικό σχεδιασμό.

Η βελτιστοποιημένη διαδρομή που προκύπτει από τη μεθοδολογία μας δείχνει ότι η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει τον ίδιο στόχο του 2050 με μικρότερο συνολικό κόστος και λιγότερες σωρευτικές εκπομπές κατά την περίοδο μετάβασης. Συγκεκριμένα, μπορούν να αποφευχθούν περίπου 96 εκατομμύρια τόνοι εκπομπών έως το 2050 και να εξοικονομηθούν περίπου 89 δισεκατομμύρια ευρώ, εφόσον δοθεί προτεραιότητα στα πιο αποτελεσματικά μέτρα και επιταχυνθεί η εφαρμογή τους. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η σωστή ιεράρχηση και ο διατομεακός συντονισμός.

Ιδιαίτερη πρόκληση για τη χώρα αποτελεί η ναυτιλία. Ακόμη και με τεχνολογικές βελτιώσεις και μερική μετάβαση σε καθαρότερα καύσιμα, οι εκπομπές παραμένουν υψηλές. Η πλήρης απανθρακοποίηση του τομέα απαιτεί στοχευμένα οικονομικά κίνητρα, επενδύσεις σε νέες υποδομές και διεθνή συνεργασία. Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό δυναμικό παραγωγής βιοκαυσίμων, το οποίο θα μπορούσε να στηρίξει δύσκολους τομείς της οικονομίας, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο.

Στον τομέα των υδάτων, η γεωργία απορροφά περίπου το 88–89% των συνολικών απολήψεων. Η εποχικότητα του τουρισμού εντείνει περαιτέρω τις πιέσεις, καθώς κατά τους θερινούς μήνες η ζήτηση ενέργειας και νερού αυξάνεται απότομα, ιδίως σε νησιωτικές και παράκτιες περιοχές. Τον Ιούλιο, οι απολήψεις νερού μπορεί να είναι πάνω από οκτώ φορές υψηλότερες σε σχέση με τον Δεκέμβριο, ενώ η διαθεσιμότητα υδατικών πόρων είναι στο χαμηλότερο σημείο. Οι ετήσιοι μέσοι όροι δεν αποτυπώνουν αυτή τη συγκέντρωση κινδύνου.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η κλιματική ουδετερότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικές πολιτικές. Απαιτείται ενιαίο πλαίσιο διακυβέρνησης που να συνδέει ενέργεια, νερό, γη και τρόφιμα, με επιστημονικά τεκμηριωμένο σχεδιασμό και διατομεακή συνεργασία. Η εμπειρία από την εφαρμογή της μεθοδολογίας μας σε 120 χώρες δείχνει ότι όταν οι στόχοι μετατρέπονται σε συνεκτικές, χωρικά προσδιορισμένες και ιεραρχημένες διαδρομές, η μετάβαση γίνεται πιο ρεαλιστική, πιο οικονομικά αποδοτική και κοινωνικά δικαιότερη.

Η Ελλάδα μπορεί να πρωτοπορήσει. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να επιτύχουμε τον στόχο του 2050, αλλά να το πράξουμε με τρόπο που ενισχύει την ανθεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ευημερία της κοινωνίας μας.


Eνημερωτικό Σημείωμα: Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το Κλίμα αποτελεί μία πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συντονιστής του Συμφώνου στην Ελλάδα είναι ο οργανισμός ΙΝΖΕΒ. Για όποια πληροφορία σχετικά με το Σύμφωνο ή για κλιματικές δράσεις που θα σας ενδιέφερε να διοργανώσετε, μπορείτε να επικοινωνείτε με την Ομάδα Συντονισμού στο [email protected] ή στο τηλέφωνο 210 6394608.

T

Trending

N

NeWsLetteR

ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΣΤΟ MAILBOX ΣΑΣ!

Read Next