Της Εύη Μακρή, PhD(c),
Πρέσβειρα του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα,
Συν-ιδρύτρια της Beak–on | The Hummingbird Project
Η κλιματική αλλαγή είναι σίγουρα μία από τις κρισιμότερες προκλήσεις του αιώνα που διανύει η ανθρωπότητα. Ωστόσο, εκτός από το σαφές περιβαλλοντικό πρόσημό της, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί και το κοινωνικό της πρόσημο, αφού αποτελεί μια ταξικής φύσεως πρόκληση επίσης. Πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει επηρεάσει σημαντικά τον χώρο των επιστημονικών ερευνών και συζητήσεων εδώ και δεκαετίες, όμως πλέον έχει εισέλθει στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Το παρόν κείμενο λοιπόν επιχειρεί μια γενική προσέγγιση της έννοιας της ευαλωτότητας υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και των συνεπειών της.
Οι καύσωνες, οι πλημμύρες, οι πυρκαγιές και η λειψυδρία είναι φαινόμενα που πλέον εμφανίζονται όλο και συχνότερα και σε όλο και μεγαλύτερη ένταση. Ωστόσο, ένα βασικό στοιχείο που συχνά παραβλέπεται στη συζήτηση γύρω από αυτά, είναι ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και ο τρόπος με τον οποίο τέτοια φαινόμενα επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών, δεν κατανέμονται ισότιμα στην κοινωνία. Ορισμένες κοινωνικές ομάδες εκτίθενται σε μεγαλύτερους κινδύνους και έχουν λιγότερα μέσα για να προστατευθούν. Κατάσταση η οποία περιγράφεται με τον όρο «ευαλωτότητα» και σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, αφορά την αυξημένη πιθανότητα ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα να βιώσει απώλεια (1), (2) & (3).
Η ευαλωτότητα δεν αφορά μόνο την έκθεση σε μια κατάσταση κινδύνου, όπως συχνά προκύπτει από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, αλλά και την ικανότητα ενός ατόμου, μιας κοινότητας ή μιας κοινωνικής ομάδας να ανταποκριθεί και να ανακάμψει από την κατάσταση αυτή. Για παράδειγμα, δύο νοικοκυριά μπορεί να υποστούν την ίδια πλημμύρα, αλλά στο ένα μπορεί να υπάρχουν οι κατάλληλοι οικονομικοί πόροι για ασφάλιση, επισκευές και εν γένει πρόσβαση σε υποστήριξη, ενώ στο άλλο μπορεί να μην υφίσταται τίποτα από αυτά ως εφικτό. Στην περίπτωση αυτή, ακόμα κι αν τα δύο νοικονυριά υποστούν τις ίδιες ή παρόμοιες ζημιές από το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, το δεύτερο νοικοκυριό είναι σαφώς πιο ευάλωτο.
Όπως εύκολα γίνεται κατανοητό, από την εισαγωγή και το παράδειγμα που προηγούνται, το κατά πόσο ένα άτομο ή ένα νοικοκυριό θα είναι σε θέση να προστατευτεί, να ανταπεξέλθει και τελικά να ανακάμψει από τις όποιες βλάβες ή ζημίες υποστεί λόγω της κλιματικής αλλαγής, σχετίζεται άμεσα με την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται και κατ΄επέκταση αυτού, επηρεάζεται σημαντικά και από παράγοντες όπως είναι ενδεικτικά η περιοχή στην οποία διαμένει, η παλαιότητα του κτιρίου στο οποίο διαμένει, ο εξοπλισμός (για παράδειγμα ψύξης και θέρμανσης) του χώρου του και σε τι κατάσταση βρίσκεται ο εξοπλισμός αυτός. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η κλιματική αλλαγή έχει έντονη κοινωνική και ταξική διάσταση, αφού τα άτομα με χαμηλότερο εισόδημα, οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με σοβαρά και μακροχρόνια προβλήματα υγείας, οι άνεργοι και οι κάτοικοι υποβαθμισμένων περιοχών αντιμετωπίζουν συχνά μεγαλύτερους κινδύνους.
Πιο συγκεκριμένα, αυτό μπορεί να σχετίζεται με ένα σύνολο παραγόντων όπως είναι, ενδεικτικά, οι κάτωθι (4) & (5):
Συχνά, οι οικονομικά ασθενέστερες ομάδες κατοικούν σε περιοχές με χαμηλότερη ποιότητα υποδομών, όπως παλαιά κτίρια χωρίς καλή μόνωση, σε περιοχές χωρίς επαρκές πράσινο ή και σε περιοχές κοντά σε ποτάμια, ρέματα ή βιομηχανικές ζώνες. Αυτές οι περιοχές είναι πιο εκτεθειμένες σε περιπτώσεις υψηλών θερμοκρασιών, έντονων βροχοπτώσεων αλλά και υψηλών επιπέδων ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Επιπλέον, οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες συχνά έχουν περιορισμένη δυνατότητα να επενδύσουν σε μέτρα προστασίας, όπως η θερμομόνωση κατοικιών, η εγκατάσταση συστημάτων ψύξης ή η ασφάλιση της περιουσίας τους. Έτσι σε κρίσιμες περιόδους, όπως ένας παρατεταμένος καύσωνας, η έλλειψη αυτών των μέτρων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπτώσεις τόσο στη φυσική και ψυχική υγεία των ατόμων αυτών όσο και κατ’επέκταση στην εν γένει οικονομική τους κατάσταση.
Τέλος, η κλιματική αλλαγή επηρεάζει σημαντικά την εργασία και το εισόδημα των ατόμων. Πολλές φορές, οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες σε εξωτερικούς χώρους, όπως στους τομείς των κατασκευών, της γεωργίας ή του τουρισμού, εκτίθενται περισσότερο σε ακραίες θερμοκρασίες και κινδύνους. Αυτό, εκτός από το φυσικό ρίσκο που έχουν να αντιμετωπίσουν, σχετίζεται συχνά και με άμεση απώλεια εισοδήματος σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η διακοπή κάποιας εργασίας λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων. Δεδομένα που συνδυαστικά εντείνουν περαιτέρω τις κοινωνικές ανισότητες.
Πηγή: iStock
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, κεντρικό ρόλο για την αντιμετώπιση αυτών των ανισοτήτων μπορεί να παίξει ο σχεδιασμός πολιτικών για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και τις συνέπειές της. Η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή αφορά τις ενέργειες που λαμβάνονται για να μειωθούν οι επιπτώσεις των κλιματικών κινδύνων και μπορεί να περιλαμβάνουν την κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων, τη δημιουργία χώρων πρασίνου, την αναβάθμιση κτιρίων ή την ανάπτυξη συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης (6).
Ωστόσο, εάν τα μέτρα προσαρμογής δεν σχεδιαστούν με κοινωνικά κριτήρια, υπάρχει κίνδυνος να ενισχύσουν τις ανισότητες αντί να τις μειώσουν. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών που απαιτεί υψηλή ιδιωτική συμμετοχή μπορεί να αποκλείσει τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος. Αντίστοιχα, η ανάπτυξη νέων υποδομών σε ορισμένες περιοχές μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των ενοικίων στην περιοχή αυτή και εν συνεχέια σε εκτοπισμό των κατοίκων εκείνων που βρίσκονται σε πιο δυσμενή οικονομική κατάσταση.
Για αυτούς τους λόγους, η έννοια της ευαλωτότητας πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδιασμού τέτοιων πολιτικών. Οι δημόσιες αρχές χρειάζεται να εντοπίζουν ποιες ομάδες και ποιες περιοχές είναι περισσότερο εκτεθειμένες και έχουν ταυτόχρονα τις λιγότερες δυνατότητες να ανταπεξέλθουν στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, και να κατευθύνουν προς αυτή την κατεύθυνση τους πόρους, τα μέτρα και τα σχέδια προστασίας (7).
Συνολικά, όταν ο σχεδιασμός των εν λόγω πολιτικών έχει το απαραίτητο κοινωνικό πρόσημο, λαμβάνει δηλαδή υπόψη τον παράγοντα της κοινωνικής ευαλωτότητας, μπορεί να περιλαμβάνει μια σειρά από πρακτικές δράσεις, όπως ενδεικτικά (5) & (7):
- Στοχευμένη υποστήριξη ευάλωτων νοικοκυριών, όπως επιδοτήσεις για ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών ή για την εγκατάσταση συστημάτων ψύξης και θέρμανσης.
- Ενίσχυση των δημόσιων υποδομών υγείας και κοινωνικής φροντίδας, ιδιαίτερα σε περιόδους ακραίων καιρικών φαινομένων.
- Ανάπτυξη αστικών χώρων πρασίνου σε πυκνοκατοικημένες και κοινωνικά ευάλωτες περιοχές, ώστε να μειώνεται η θερμική επιβάρυνση.
- Συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων στον σχεδιασμό, ώστε οι πολιτικές να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
- Συλλογή και αξιοποίηση δεδομένων για τον εντοπισμό περιοχών υψηλού κινδύνου και κοινωνικής ευαλωτότητας.
Συνοψίζοντας, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί το γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά ένα βαθιά κοινωνικό ζήτημα. Η έννοια της ευαλωτότητας, στην εξέταση του ζητήματος αυτού, βοηθά να καταστεί σαφές ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής επηρεάζουν διαφορετικά τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και ότι οι πιο ευάλωτες εξ’ αυτών χρειάζονται, αναλογικά, μεγαλύτερη υποστήριξη.
Η ενσωμάτωση της κοινωνικής διάστασης στον σχεδιασμό πολιτικών προσαρμογής δεν αποτελεί απλώς θέμα δικαιοσύνης και πρόσβασης, αλλά μια βασική προϋπόθεση αποτελεσματικότητας. Μια κοινωνία που προστατεύει πρώτα τους πιο ευάλωτους είναι καλύτερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και να διασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον για όλους.
Πηγές
- Anderson, M. B. 2000. ‘‘Vulnerability to Disaster and Sustainable Development: A General Framework for Assessing Vulnerability.’’ Pp. 11–25 in R. Pielke, Jr. and R. Pielke Sr., eds. Storms (Vol. 1). London: Routledge.
- Thomas, Kimberley & Hardy, Dean & Lazrus, Heather & Mendez, Michael & Orlove, B. & Rivera-Collazo, Isabel & Roberts, J. & Rockman, Marcy & Warner, Benjamin & Winthrop, Robert. (2018). Explaining differential vulnerability to climate change: A social science review. Wiley Interdisciplinary Reviews: Climate Change. 10. e565. 10.1002/wcc.565.
- Climate Change 2022: Impacts, Adaptation and Vulnerability. Contribution of Working Group II to the Sixth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change [H.-O. Pörtner, D.C. Roberts, M. Tignor, E.S. Poloczanska, K. Mintenbeck, A. Alegría, M. Craig, S. Langsdorf, S. Löschke, V. Möller, A. Okem, B. Rama (eds.)]. Cambridge University Press, Cambridge, UK and New York, NY, USA, pp. 37–118, doi:10.1017/9781009325844.002.
- Islam, S. N., & Winkel, J. (2017). Climate change and social inequality. UN Department of Economic and Social Affairs Working Paper.
- Hallegatte S, Fay M, Barbier EB. Poverty and climate change: introduction. Environment and Development Economics. 2018;23(3):217-233. doi:10.1017/S1355770X18000141
- Shi, Linda & Chu, Eric & Garrison, Jessica. (2018). Explaining Progress in Climate Adaptation Planning Across 156 U.S. Municipalities. 10.4324/9781351201117-38.
- Satterthwaite, David & Archer, Diane & Colenbrander, Sarah & Dodman, David & Hardoy, Jorgelina & Mitlin, Diana & Patel, Sheela. (2020). Building Resilience to Climate Change in Informal Settlements. One Earth. 2. 143-156. 10.1016/j.oneear.2020.02.002.
Eνημερωτικό Σημείωμα: Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το Κλίμα αποτελεί μία πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συντονιστής του Συμφώνου στην Ελλάδα είναι ο οργανισμός ΙΝΖΕΒ. Για όποια πληροφορία σχετικά με το Σύμφωνο ή για κλιματικές δράσεις που θα σας ενδιέφερε να διοργανώσετε, μπορείτε να επικοινωνείτε με την Ομάδα Συντονισμού στο [email protected] ή στο τηλέφωνο 210 6394608.



