Η απόλυτη ενεργειακή ανατροπή: Γιατί η Ελβετία «σκίζει» τον νόμο του 2017 και επιστρέφει στα πυρηνικά εργοστάσια;

Το Εθνικό Συμβούλιο της Ελβετίας υπερψήφισε την άρση της απαγόρευσης για την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών. το παρασκήνιο της ιστορικής στροφής, ο φόβος του ενεργειακού μπλακάουτ και το ντόμινο στην ευρωπαϊκή πολιτική.

Σε μια κίνηση που ανατρέπει τα δεδομένα στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη και επαναπροσδιορίζει ριζικά τη στρατηγική της πράσινης μετάβασης, η Ελβετία ετοιμάζεται να κάνει μια ιστορική «στροφή 180 μοιρών». Η κάτω βουλή του ελβετικού κοινοβουλίου (Εθνικό Συμβούλιο) ενέκρινε πρόσφατα την άρση της νομοθετικής απαγόρευσης για την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας, ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο για την επιστροφή της χώρας στην πυρηνική εποχή.

Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική πολιτική μετατόπιση. Συνιστά την πλήρη κατάρρευση ενός αντιπυρηνικού αφηγήματος που κυριάρχησε την περασμένη δεκαετία και την επικράτηση ενός νέου, αυστηρού πραγματισμού απέναντι στις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις και την κλιματική κρίση.

Το παρασκήνιο της ιστορικής ψηφοφορίας στο Εθνικό Συμβούλιο

Η απόφαση της κάτω βουλής ήρθε να επικυρώσει μια βαθιά αλλαγή στις ισορροπίες της ελβετικής πολιτικής σκηνής. Ο συνασπισμός των κεντροδεξιών και δεξιών κομμάτων, με αιχμή του δόρατος το Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP) και τους Φιλελεύθερους (FDP), υποστήριξε σθεναρά την επιτακτική ανάγκη για τεχνολογική ουδετερότητα.

Το βασικό, κοινοβουλευτικό επιχείρημα που κυριάρχησε στα έδρανα της Βέρνης είναι απολύτως σαφές: η απόλυτη νομοθετική απαγόρευση της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών λειτουργεί ως επικίνδυνη τροχοπέδη στην καινοτομία. Σε μια εποχή όπου οι αντιδραστήρες μικρής κλίμακας (SMR) και οι τεχνολογίες τέταρτης γενιάς υπόσχονται πολλαπλάσια ασφάλεια, μικρότερο όγκο αποβλήτων και υψηλότερη αποδοτικότητα, η συντηρητική πλειοψηφία έκρινε ότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να αυτοαποκλείεται από τις επιστημονικές εξελίξεις. Παρά τις εξαιρετικά έντονες αντιδράσεις των Πρασίνων και των Σοσιαλδημοκρατών, το εθνικό συμφέρον και η διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας τέθηκαν στο επίκεντρο.

Από το σύνδρομο της Φουκουσίμα στον φόβο του ενεργειακού μπλακάουτ

Για να κατανοήσει κανείς το πραγματικό μέγεθος αυτής της πολιτικής ανατροπής, πρέπει να ανατρέξει στο 2017. Στον απόηχο του καταστροφικού ατυχήματος στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας, οι Ελβετοί ψηφοφόροι είχαν εγκρίνει μέσω εθνικού δημοψηφίσματος την περιβόητη «Ενεργειακή Στρατηγική 2050». Το σχέδιο εκείνο προέβλεπε τη σταδιακή απόσυρση των υφιστάμενων πυρηνικών σταθμών και τη ρητή, συνταγματική απαγόρευση κατασκευής νέων μονάδων.

Τι άλλαξε, λοιπόν, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία; Η απάντηση κρύβεται στην ωμή, μακροοικονομική πραγματικότητα της ενεργειακής κρίσης που πυροδότησε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η Ευρώπη συνειδητοποίησε με τον πιο βίαιο τρόπο τους υπαρξιακούς κινδύνους της υπερεξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και το φυσικό αέριο. Η Ελβετία, αν και στηρίζεται σε τεράστιο βαθμό στα υδροηλεκτρικά της εργοστάσια, αντιμετωπίζει παραδοσιακά ένα δομικό έλλειμμα ενέργειας τους σκοτεινούς και παγωμένους χειμερινούς μήνες. Ο ρεαλιστικός φόβος ενός χειμερινού μπλακάουτ και η αποδεδειγμένη αδυναμία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) να καλύψουν άμεσα και αυτόνομα το κενό του βασικού φορτίου (baseload), λειτούργησαν ως ο απόλυτος καταλύτης για την αλλαγή πλεύσης.

Οι κλιματικοί στόχοι και ο περίπλοκος γρίφος της πράσινης μετάβασης

Μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες, αλλά ταυτόχρονα και βαθύτερες αλήθειες, της σύγχρονης περιβαλλοντικής συζήτησης είναι ότι η πυρηνική ενέργεια ανακτά τη νομιμοποίησή της στο όνομα της προστασίας του κλίματος. Η δεσμευτική στόχευση της Ελβετίας και ευρύτερα της Ευρώπης, για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 καθιστά την ενεργειακή εξίσωση εξαιρετικά δύσκολη.

Καθώς η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται ραγδαία λόγω της ηλεκτροκίνησης στα οχήματα, της χρήσης αντλιών θερμότητας στα κτίρια και της μαζικής ψηφιοποίησης (τεράστια data centers για τεχνητή νοημοσύνη), η παραγωγή ενέργειας με μηδενικές εκπομπές άνθρακα αποτελεί μονόδρομο. Η πυρηνική ενέργεια, ως μια σταθερή, καθαρή και αδιάλειπτη πηγή (24/7), παρουσιάζεται πλέον από τους υποστηρικτές της όχι ως αντίπαλος, αλλά ως ο πλέον αναγκαίος και συμπληρωματικός σύμμαχος των ΑΠΕ για την επιτυχή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Η επόμενη μέρα: Ο τελευταίος λόγος περνά στην άμεση δημοκρατία

Η υπερψήφιση από το Εθνικό Συμβούλιο αποτελεί ένα τεράστιο νομικό και πολιτικό βήμα, ωστόσο ο δρόμος προς την τελική υλοποίηση παραμένει μακρύς, ρευστός και θεσμικά σύνθετος. Βάσει του αυστηρού ελβετικού συντάγματος, η πρόταση πρέπει να εγκριθεί επιπλέον και από την άνω βουλή (Συμβούλιο των Κρατών).

Το πιο κρίσιμο στάδιο, όμως, είναι το τελικό: σε μια χώρα που αποτελεί το παγκόσμιο πρότυπο της άμεσης δημοκρατίας, η άρση μιας τέτοιας ιστορικής απαγόρευσης είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τεθεί στην κρίση του ελβετικού λαού μέσω ενός νέου, δεσμευτικού εθνικού δημοψηφίσματος. Εκεί, η κυβέρνηση και το φιλο-πυρηνικό λόμπι θα κληθούν να πείσουν τους πολίτες ότι η επιστήμη, η τεχνολογία και οι επιτακτικές ανάγκες εθνικής ασφάλειας της χώρας έχουν εξελιχθεί δραματικά σε σχέση με το 2017.

Το ευρωπαϊκό ντόμινο της πυρηνικής αναγέννησης

Η εξέλιξη στην Ελβετία δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένη από το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ευρύτερης πυρηνικής «αναγέννησης» που σαρώνει ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Με τη Γαλλία να ηγείται σταθερά της φιλο-πυρηνικής ευρωπαϊκής συμμαχίας, χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και πολλά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, ανακοινώνουν μαζικά προγράμματα κατασκευής νέων, υπερσύγχρονων αντιδραστήρων.

Αντιθέτως, χώρες με δογματικά αντιπυρηνική στάση, όπως η Γερμανία (η οποία έκλεισε βιαστικά τα τελευταία της εργοστάσια), βρίσκονται ολοένα και πιο απομονωμένες, παρατηρώντας τη βαριά βιομηχανία τους να ασφυκτιά και να μεταναστεύει λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους. Η Ελβετία, με την εμβληματική αυτή απόφαση του κοινοβουλίου της, δείχνει να επιλέγει ξεκάθαρα το στρατόπεδο του τεχνολογικού και οικονομικού ρεαλισμού, αποδεικνύοντας ότι στην πολιτική, κανένα δόγμα δεν μπορεί να επιβιώσει αλώβητο όταν συγκρούεται με την επιτακτική ανάγκη για εθνική ασφάλεια και οικονομική επιβίωση.

T

Trending

N

NeWsLetteR

ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΣΤΟ MAILBOX ΣΑΣ!

Read Next