Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δεσμευτεί ότι, από την πρώτη κιόλας ημέρα της επιστροφής του στον Λευκό Οίκο, θα έβαζε οριστικό «φρένο» στην ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώνεται στις δικαστικές αίθουσες της χώρας αποδεικνύεται πολύ διαφορετική από τις ηχηρές προεκλογικές του εξαγγελίες. Σε μια αιφνιδιαστική νομική αναδίπλωση που προκάλεσε αίσθηση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η αμερικανική κυβέρνηση απέσυρε στις αρχές Ιουνίου του 2026 την έφεση που είχε καταθέσει κατά της δικαστικής απόφασης, η οποία ακύρωνε το αμφιλεγόμενο προεδρικό του μορατόριουμ.
Αυτή η φαινομενική υποχώρηση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «λευκή πετσέτα». Αντιθέτως, σηματοδοτεί μια σκοτεινή αλλαγή στρατηγικής: η ανοιχτή, θεσμική σύγκρουση αντικαθίσταται πλέον από έναν ακήρυχτο πόλεμο γραφειοκρατικής φθοράς, παρασκηνιακών καθυστερήσεων και εξωφρενικών οικονομικών ανταλλαγμάτων υπέρ των ορυκτών καυσίμων.
Η νομική συντριβή και η σιωπηρή απόσυρση της έφεσης
Το χρονικό αυτής της πολυεπίπεδης σύγκρουσης ξεκίνησε στις 20 Ιανουαρίου του 2025. Επιστρέφοντας στο Οβάλ Γραφείο, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε ένα προεδρικό μνημόνιο με το οποίο πάγωνε επ’ αόριστον κάθε διαδικασία αδειοδότησης για υπεράκτια και χερσαία αιολικά έργα. Τον Δεκέμβριο του 2025, ωστόσο, ομοσπονδιακό δικαστήριο στη Βοστώνη έκρινε το εν λόγω προεδρικό διάταγμα ως αυθαίρετο και παράνομο, διατάσσοντας την άμεση επανέναρξη των αδειοδοτήσεων.
Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης αντέδρασε αρχικά, καταθέτοντας έφεση τον Φεβρουάριο του 2026. Όμως, με μια κίνηση τακτικής που πέρασε στα «ψιλά» γράμματα της επικαιρότητας, η κυβέρνηση ανακάλεσε σιωπηλά την έφεση τον Ιούνιο. Νομικοί κύκλοι στην Ουάσινγκτον ερμηνεύουν την κίνηση αυτή ως μια απέλπιδα προσπάθεια της κυβέρνησης να αποφύγει μια ταπεινωτική, τελεσίδικη ήττα στο εφετείο, η οποία θα αποκάλυπτε την πλήρη έλλειψη τεκμηρίωσης πίσω από τις αποφάσεις του προέδρου.
Οι διασώσεις των υπεράκτιων αιολικών πάρκων
Η νομική πανωλεθρία της αμερικανικής κυβέρνησης δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στο γενικό μορατόριουμ. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 2025, επικαλούμενο δήθεν απειλές για την εθνική ασφάλεια, το υπουργείο Εσωτερικών (DOI) είχε εκδώσει εντολές διακοπής εργασιών (stop-work orders) σε πέντε τεράστια υπεράκτια αιολικά πάρκα που βρίσκονταν ήδη υπό κατασκευή στην Ανατολική Ακτή, μεταξύ των οποίων τα Empire Wind 1, Revolution Wind και Coastal Virginia Offshore Wind.
Οι εταιρείες κολοσσοί που διαχειρίζονται τα έργα κινήθηκαν αστραπιαία στα ομοσπονδιακά δικαστήρια. Οι δικαστές έκριναν τις κυβερνητικές αποφάσεις ως αδικαιολόγητες και εξέδωσαν προσωρινές διαταγές (preliminary injunctions), επιτρέποντας στα έργα να συνεχίσουν κανονικά την κατασκευή τους. Η αδυναμία του Λευκού Οίκου να ανατρέψει αυτές τις διαταγές στα δικαστήρια, επέτρεψε τη διάσωση χιλιάδων θέσεων εργασίας και επενδύσεων δισεκατομμυρίων, που θα τροφοδοτήσουν με καθαρή ενέργεια εκατομμύρια αμερικανικά νοικοκυριά.
Το γραφειοκρατικό σαμποτάζ μέσω της υπηρεσίας αεροπορίας (FAA)
Αντιλαμβανόμενος το νομικό του αδιέξοδο, ο Λευκός Οίκος αποφάσισε να εργαλειοποιήσει τον κρατικό γραφειοκρατικό μηχανισμό, αξιοποιώντας την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας (FAA) και το Πεντάγωνο.
Βάσει της ομοσπονδιακής νομοθεσίας, κάθε αιολικό πάρκο με ανεμογεννήτριες ύψους άνω των 60 μέτρων (200 ποδιών) απαιτεί ειδική μελέτη από την FAA, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν προκαλούνται παρεμβολές στην εναέρια κυκλοφορία ή στα στρατιωτικά ραντάρ. Έως πρόσφατα, τα έργα λάμβαναν εγκαίρως το απαραίτητο πιστοποιητικό «Determinations of No Hazard» (DNH).
Όπως καταγγέλλει η βιομηχανία καθαρής ενέργειας, η κυβέρνηση σταμάτησε εντελώς την έκδοση αυτών των πιστοποιητικών και διέκοψε τη σύναψη συμφωνιών μετριασμού των επιπτώσεων, δημιουργώντας πρακτικά ένα «de facto μορατόριουμ». Αυτή τη στιγμή, περισσότερα από 250 αιολικά έργα σε 30 διαφορετικές αμερικανικές πολιτείες βρίσκονται εγκλωβισμένα σε αυτή την γραφειοκρατική ομηρία. Σύμφωνα με την ένωση American Clean Power Association, περίπου 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις και 150.000 θέσεις εργασίας βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο εξαιτίας αυτής της σκόπιμης καθυστέρησης.
Οι «χρυσές» εξαγορές των ορυκτών καυσίμων και η οργή των πολιτειών
Το πλέον εξοργιστικό, ωστόσο, κεφάλαιο αυτής της συντονισμένης επίθεσης αφορά την τακτική των κρατικών αποζημιώσεων εις βάρος των Αμερικανών φορολογουμένων. Προκειμένου να ακυρώσει ήδη αδειοδοτημένα υπεράκτια αιολικά έργα, το υπουργείο Εσωτερικών σύναψε τον Μάρτιο του 2026 εξωδικαστικές συμφωνίες με πολυεθνικούς κολοσσούς, όπως η γαλλική TotalEnergies.
Βάσει της συμφωνίας, το αμερικανικό κράτος δεσμεύτηκε να επιστρέψει στην εταιρεία σχεδόν 1 δισεκατομμύριο δολάρια (περίπου 795 εκατ. δολάρια για μισθώσεις στη Νέα Υόρκη και 133 εκατ. για τη Βόρεια Καρολίνα) για να ακυρώσει τις άδειες αιολικής ενέργειας. Το σκανδαλώδες αντάλλαγμα που επιβλήθηκε στην TotalEnergies ήταν η υποχρέωση να επανεπενδύσει αυτά τα κεφάλαια σε έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, υπογράφοντας παράλληλα ρήτρα ότι δεν θα αναπτύξει κανένα νέο υπεράκτιο αιολικό πάρκο στη χώρα.
Αυτές οι «χρυσές» συμφωνίες υπέρ της βιομηχανίας των ορυκτών καυσίμων πυροδότησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, θύελλα αντιδράσεων. Στις 2 Ιουνίου 2026, ένας συνασπισμός επτά αμερικανικών πολιτειών (Νέα Υόρκη, Κονέκτικατ, Μέιν, Μασαχουσέτη, Νιου Τζέρσεϊ, Ρόουντ Άιλαντ και Βερμόντ), με επικεφαλής τη γενική εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, Letitia James, κατέθεσε μήνυση εναντίον της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Στο νομικό τους έγγραφο, οι πολιτείες καταγγέλλουν τη συμφωνία με την TotalEnergies ως «απάτη» (sham deal), υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει κατάφωρα τον νόμο περί της Υφαλοκρηπίδας (Outer Continental Shelf Lands Act) και τον νόμο περί Ταμείου Δικαστικών Αποφάσεων (Judgment Fund Act). Όπως τόνισε χαρακτηριστικά η εισαγγελέας James, πρόκειται για μια «εξοργιστική κατάχρηση των χρημάτων των φορολογουμένων», όπου η κυβέρνηση εκβιάζει ξένες εταιρείες να εγκαταλείψουν την καθαρή ενέργεια υπέρ των γεωτρήσεων, στερώντας την ηλεκτροδότηση από 700.000 σπίτια στη Νέα Υόρκη.



