Του Γιάννη Σταματονικολού,
Πρεσβευτής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα,
Ειδικός σε θέματα βιωσιμότητας, τεχνητής νοημοσύνης και εταιρικής στρατηγικής
Η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο σχεδόν κάθε συζήτησης για το μέλλον της οικονομίας, της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας. Παράλληλα, η βιώσιμη ανάπτυξη εξακολουθεί να διαμορφώνει τις στρατηγικές προτεραιότητες επιχειρήσεων, κυβερνήσεων και επενδυτών, παρά τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Συχνά αντιμετωπίζουμε αυτές τις δύο εξελίξεις ως διακριτές τάσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελούν μία ενιαία μετασχηματιστική δύναμη που επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο παράγεται αξία στις σύγχρονες οικονομίες.
Η επόμενη δεκαετία δεν θα χαρακτηριστεί αποκλειστικά από την πράσινη ή την ψηφιακή μετάβαση. Θα χαρακτηριστεί από την αλληλεπίδρασή τους. Αυτό ακριβώς περιγράφει η έννοια του «διπλού μετασχηματισμού» (twin transformation): η παράλληλη εξέλιξη της βιωσιμότητας και της νέας τεχνολογικής πραγματικότητας ως δύο δυνάμεων που διαμορφώνουν το νέο αναπτυξιακό πρότυπο. Οι οργανισμοί που θα καταφέρουν να συνδυάσουν αποτελεσματικά αυτές τις δύο μεταβάσεις δεν θα αποκτήσουν μόνο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αλλά θα είναι εκείνοι που θα καθορίσουν τους όρους λειτουργίας των αγορών τα επόμενα χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό, η τεχνητή νοημοσύνη (AI) παρουσιάζεται συχνά ως καταλύτης για την επίτευξη περιβαλλοντικών και κοινωνικών στόχων. Και όχι άδικα. Οι δυνατότητές της είναι αναμφισβήτητα εντυπωσιακές. Από τη βελτιστοποίηση ενεργειακών δικτύων και τη μείωση της σπατάλης πόρων έως την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και την υποστήριξη τεκμηριωμένων επιχειρηματικών αποφάσεων, οι εφαρμογές της διευρύνονται με ταχύτητα που λίγοι θα μπορούσαν να προβλέψουν πριν από λίγα χρόνια.
Ωστόσο, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στις τεχνολογικές δυνατότητες. Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) δεν είναι από τη φύση της ούτε βιώσιμη ούτε μη βιώσιμη. Η πραγματική της επίδραση εξαρτάται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και χρησιμοποιείται. Αντανακλά τις προτεραιότητες, τις αξίες και τα κίνητρα εκείνων που τη σχεδιάζουν, τη διοικούν και τη χρησιμοποιούν για τη λήψη αποφάσεων.
Για τον λόγο αυτό, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι οργανισμοί θα υιοθετήσουν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης (AI). Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο θα τα ενσωματώσουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και υπό ποιους μηχανισμούς λογοδοσίας. Και αυτό είναι πρωτίστως ζήτημα διακυβέρνησης.
Για πολλά χρόνια, η συζήτηση γύρω από τη βιωσιμότητα επικεντρώθηκε σε δείκτες, εκθέσεις και υποχρεώσεις συμμόρφωσης. Αντίστοιχα, η σημερινή συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη (AI) συχνά περιορίζεται σε τεχνικές δυνατότητες και ομιλίες για την ευαισθητοποίηση γύρω από τη χρήση της. Η ουσιαστική πρόκληση, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις και στο κατά πόσο αυτές υπηρετούν τη δημιουργία αξίας μακροπρόθεσμα.
Για πρώτη φορά στην ιστορία των επιχειρήσεων, τα διοικητικά συμβούλια και τα ανώτατα στελέχη αποκτούν πρόσβαση σε εργαλεία που μπορούν να επεξεργάζονται τεράστιους όγκους πληροφοριών, να αναγνωρίζουν πρότυπα συμπεριφοράς και να αξιολογούν εναλλακτικά σενάρια με ταχύτητα και ακρίβεια που μέχρι πρότινος ήταν αδιανόητες. Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η διοίκηση. Η στρατηγική λήψη αποφάσεων δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά στην εμπειρία, στη διαίσθηση ή στην περιορισμένη πληροφόρηση, αλλά σε ένα περιβάλλον όπου η ανάλυση δεδομένων αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα. Ωστόσο, όσο αυξάνονται οι δυνατότητες των συστημάτων AI, τόσο εντονότερα αναδεικνύεται η ανάγκη για ανθρώπινη εποπτεία, λογοδοσία και σαφή κατανομή ευθυνών.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα της βιώσιμης ανάπτυξης. Τα ζητήματα βιωσιμότητας χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας, μακροχρόνιο χρονικό ορίζοντα και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ διαφορετικών ομάδων ενδιαφερομένων μερών. Η αξιολόγηση των κοινωνικών επιπτώσεων μιας επένδυσης, η διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή ή η στάθμιση βραχυπρόθεσμων οικονομικών στόχων έναντι μακροπρόθεσμης δημιουργίας αξίας αποτελούν πεδία όπου η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, χωρίς όμως να μπορεί να υποκαταστήσει την ανθρώπινη κρίση.
Όταν ένα διοικητικό συμβούλιο καλείται να αξιολογήσει μια στρατηγική επένδυση, να διαχειριστεί έναν σύνθετο κίνδυνο ή να καθορίσει τη μελλοντική κατεύθυνση ενός οργανισμού, η τεχνητή νοημοσύνη (AI) μπορεί να προσφέρει σαφώς υποστήριξη. Μπορεί να επεξεργαστεί τεράστιους όγκους δεδομένων, να εντοπίσει αόρατες συσχετίσεις και να προσομοιώσει εναλλακτικά σενάρια με ταχύτητα που υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει την κρίση. Δεν μπορεί να αποφασίσει ποια συμφέροντα πρέπει να σταθμιστούν, ποιο επίπεδο κινδύνου είναι αποδεκτό ή ποια είναι η ευθύνη ενός οργανισμού απέναντι στους εργαζομένους, τους μετόχους, την κοινωνία και τις μελλοντικές γενιές. Οι αποφάσεις αυτές παραμένουν βαθιά ανθρώπινες.
Ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ ότι η συζήτηση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την τεχνητή νοημοσύνη (AI) είναι, στην πραγματικότητα, μια συζήτηση για την ηγεσία. Η πρόκληση δεν είναι να αναπτύξουμε απλώς πιο ισχυρά αλγοριθμικά συστήματα. Η πραγματική πρόκληση είναι να διασφαλίσουμε ότι η αυξανόμενη τεχνολογική ισχύς θα συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της θεσμικής ευθύνης, της διαφάνειας και της ποιότητας της λήψης αποφάσεων.
Οι οργανισμοί που θα αποκτήσουν ουσιαστικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι κατ’ ανάγκη εκείνοι που θα υιοθετήσουν πρώτοι τις πιο προηγμένες τεχνολογίες. Θα είναι εκείνοι που θα καταφέρουν να ενσωματώσουν αυτές τις τεχνολογίες σε ένα πλαίσιο υπεύθυνης διακυβέρνησης, στρατηγικής διορατικότητας και μακροπρόθεσμης δημιουργίας αξίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να διαμορφώσει ένα από τα πρώτα ολοκληρωμένα κανονιστικά πλαίσια παγκοσμίως για την τεχνητή νοημοσύνη (AI). Η συζήτηση γύρω από την αξιοπιστία, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία των αλγοριθμικών συστημάτων συνδέεται άμεσα με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης. Σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας, η υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας αναδεικνύεται σε στρατηγική αναγκαιότητα και όχι απλώς σε κανονιστική υποχρέωση.
Και τελικά, η εμπιστοσύνη αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κοινό σημείο μεταξύ βιωσιμότητας και τεχνητής νοημοσύνης (AI). Η τεχνολογία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο γύρω μας. Μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα των αποφάσεών μας και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των οργανισμών μας. Δεν μπορεί όμως να αποφασίσει ποιο μέλλον θέλουμε να οικοδομήσουμε. Αυτή η ευθύνη εξακολουθεί να ανήκει σε εμάς.



