Της Στεφανίας Ζούρκα,
Πρέσβειρας του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα
,
Δικηγόρος (LLB, LLM),
EU Projects Manager, CluBE

 

 

Η εξέλιξη της αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης από αφηρημένο πεδίο επιστημονικής και πολιτικής συζήτησης σε αντικείμενο νομικής ρύθμισης και δικαστικής διεκδίκησης αντανακλά την τάση διεύρυνσης του κανονιστικού περιεχομένου των υποχρεώσεων των κρατών, στο πλαίσιο των οποίων, η κρατική αδράνεια προσεγγίζεται, πλέον, συστηματικά ως γενεσιουργός αιτία διεθνούς κρατικής ευθύνης. Σταθμός στη διαμόρφωση αυτής της προσέγγισης αποτέλεσε η σχετική Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης (ΔΔΔ), στην οποία το κύριο δικαιοδοτικό όργανο του ΟΗΕ αποσαφήνισε και εξειδίκευσε το περιεχόμενο των υποχρεώσεων των κρατών απέναντι στην κλιματική αλλαγή, αναγνωρίζοντας την ανθρωπογενή κλιματική κρίση ως «επείγουσα και υπαρξιακή απειλή προς τα οικοσυστήματα που διατηρούν τη ζωή στον πλανήτη».

 

Παρότι η Γνωμοδότηση, δυνάμει του άρθρου 65 του Καταστατικού ΔΔΔ, δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι των κρατών, η σημασία της είναι βαρύνουσα καθώς εμπίπτει στην κατηγορία πράξεων που υποβοηθούν την αυθεντική ερμηνεία του θετικού διεθνούς δικαίου  και διαθέτει ως εκ τούτου ερμηνευτική βαρύτητα, αξιοποιήσιμη τόσο στο επίπεδο των διεθνών διαπραγματεύσεων όσο και της εθνικής δικαστηριακής πρακτικής σχετικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.

 

Προς την ίδια κατεύθυνση με τη Γνωμοδότηση του ΔΔΔ, κινήθηκε και η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η οποία στις 20 Μαΐου 2026, προχώρησε στην υιοθέτηση του Ψηφίσματος A/80/L.65, με 141 ψήφους υπέρ, 8 ψήφους κατά και 28 αποχές, χαιρετίζοντας τη Γνωμοδότηση του ΔΔΔ, και επιβεβαιώνοντας την ερμηνεία στην οποία το τελευταίο προέβη ως προς τις υφιστάμενες συμβατικές δεσμεύσεις των κρατών, κυρίως ως προς την εφαρμογή της Σύμβασης Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC) και της Συμφωνίας του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή (Paris Agreement), ως πηγές υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας (due diligence) κατά τη ρύθμιση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, με κανονιστικό σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της επάρκειάς τους, τον στόχο περιορισμού της αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας στον 1,5°C σε σχέση με τα επίπεδα εκπομπών της προβιομηχανικής περιόδου, κατά την παράγραφο 1α του άρθρου 2 της Συμφωνίας του Παρισιού. Το Ψήφισμα, την πρωτοβουλία του οποίου ανέλαβε το Βανουάτου ως επικεφαλής μιας διαπεριφερειακής ομάδας κρατών, καλεί τα κράτη να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει του διεθνούς δικαίου για την προστασία του κλιματικού συστήματος από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζει την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας (due diligence) για την πρόληψη σοβαρής περιβαλλοντικής βλάβης, την υποχρέωση διεθνούς συνεργασίας καλή τη πίστει, καθώς και την υποχρέωση προστασίας και διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έναντι των υπαρξιακών απειλών της κλιματικής κρίσης.

 

Είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι, κατά τη διαμόρφωση του κειμένου του Ψηφίσματος, κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία επιχείρησαν, σε ευθυγράμμιση με τις πάγιες θέσεις τους ως προς την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, να απαλείψουν από το κείμενο αναφορές στη θεμελίωση της κρατικής ευθύνης και στην υποχρέωση επανόρθωσης (reparation), καθώς και να περιορίσουν το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων των κρατών αποκλειστικά εντός των ορίων της UNFCCC και της Συμφωνίας του Παρισιού. Η προσέγγιση αυτή ταυτιζόταν πλήρως με τους ισχυρισμούς που το ΔΔΔ είχε ήδη εξετάσει και απορρίψει στη Γνωμοδότησή του, καθώς το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι οι κρατικές υποχρεώσεις για την προστασία του κλιματικού συστήματος δεν αντλούνται αποκλειστικά από τις λεγόμενες «κλιματικές συμβάσεις», αλλά θεμελιώνονται αυτοτελώς, τόσο στο εθιμικό διεθνές δίκαιο, ειδικότερα δε στην υποχρέωση πρόληψης της περιβαλλοντικής ζημίας, όσο και στους καταστατικούς σκοπούς του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών για τη διεθνή συνεργασία και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεσμεύοντας τα κράτη ανεξαρτήτως της συμβατικής τους προσχώρησης στην UNFCCC ή τη Συμφωνία του Παρισιού. Υπό το πρίσμα αυτό, η τυχόν αποδοχή της αντίθετης προσέγγισης στο κείμενο του Ψηφίσματος θα υπονόμευε εκ βάθρων την ίδια τη θέση του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, εξαιρετικά σημαντική είναι η θεσμοθέτηση ενός μηχανισμού εποπτείας, καθώς το Ψήφισμα αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ τη σύνταξη εκθέσεων προόδου για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των κρατών με τη Γνωμοδότηση του ΔΔΔ, λειτουργώντας ως ένα ουσιαστικό εργαλείο λογοδοσίας στην πράξη.

 

Μολονότι το Ψήφισμα εντάσσεται στις μη δεσμευτικές πράξεις ήπιου δικαίου (soft law) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, η υπερψήφισή του από 141 κράτη μέλη προσδίδει αυξημένη νομιμοποίηση στην ερμηνευτική προσέγγιση που υιοθέτησε το ΔΔΔ, αντικατοπτρίζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας της διεθνούς κοινότητας να προσαρμόσει τις εθνικές έννομες τάξεις της προς τις ερμηνευτικές του κατευθύνσεις, ιδίως, ως προς τη συγκράτηση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης στον 1,5°C, την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και τη διασφάλιση της συμβατότητας των μέτρων που τα κράτη λαμβάνουν για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, με το διεθνές πλαίσιο προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η προσέγγιση που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ είναι ενδεικτική ενός ευρύτερου ρεύματος μετουσίωσης των κλιματικών δεσμεύσεων σε δικαστικά επιδιώξιμες, νομικά θεμελιωμένες υποχρεώσεις, το οποίο αποτυπώνεται και στην εκθετική αύξηση των κλιματικών διαφορών ενώπιον εθνικών και περιφερειακών και διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων. Συγκεκριμένα, το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UN Environment Programme – UNEP) καταγράφει περισσότερες από 3.000 κλιματικές υποθέσεις σε 65 δικαιοδοσίες παγκοσμίως, γεγονός ενδεικτικό της αυξανόμενης τάσης δικαστικής διεκδίκησης της ευθύνης τόσο των κρατών όσο και μη κρατικών φορέων,  διεθνών οργανισμών και επιχειρήσεων,  για την προστασία του περιβάλλοντος και τη συμμόρφωση με τις κλιματικές τους υποχρεώσεις.

 

Εν κατακλείδι, η θετική αυτή εξέλιξη αναδεικνύει μια σημαντική ιδιαιτερότητα του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, καθώς η πρωτοβουλία, τόσο για την υποβολή ερωτήματος στο ΔΔΔ, όσο και για την υιοθέτηση του Ψηφίσματος A/80/L.65 ανελήφθη και συντονίστηκε από το Βανουάτου, ένα μικρό νησιωτικό κράτος του Ειρηνικού Ωκεανού, που φέρει δυσανάλογα υψηλό βάρος των συνεπειών της κλιματικής κρίσης, γεγονός που έχει αυτοτελή νομική σημασία, υπό το πρίσμα των κανόνων του διεθνούς δικαίου περί locus standi αλλά και υπό το φως της αρχής των κοινών, αλλά διαφοροποιημένων, ευθυνών (Common But Differentiated Responsibilities and Respective Capabilities – CBDR-RC), καθώς κράτη που συνεισφέρουν αμελητέα ποσοστά στις ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ενώ υφίστανται δυσανάλογο βάρος και κόστος προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, (θα) δύνανται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις δικαιοδοσίας και νομιμοποίησης, που προβλέπει το εκάστοτε εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο, να επικαλεστούν ενώπιον διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων την παράβαση των διεθνών υποχρεώσεων εκ μέρους κρατών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.


Eνημερωτικό Σημείωμα: Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το Κλίμα αποτελεί μία πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συντονιστής του Συμφώνου στην Ελλάδα είναι ο οργανισμός ΙΝΖΕΒ. Για όποια πληροφορία σχετικά με το Σύμφωνο ή για κλιματικές δράσεις που θα σας ενδιέφερε να διοργανώσετε, μπορείτε να επικοινωνείτε με την Ομάδα Συντονισμού στο [email protected] ή στο τηλέφωνο 210 6394608.

T

Trending

N

NeWsLetteR

ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΣΤΟ MAILBOX ΣΑΣ!

Read Next