Της Στεφανίας Ζούρκα,
Πρέσβειρας του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα
Δικηγόρος (LLB, LLM)
Junior EU Projects Manager, CluBE
Η κλιματική δικαιοσύνη ως έννοια αποκτά ολοένα μεγαλύτερη κανονιστική σημασία στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο. Με γνώμονα την προσέγγιση ότι η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί ένα μονοδιάστατο περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά μια σύνθετη παγκόσμια πρόκληση, η οποία εγείρει ζητήματα διεθνούς ευθύνης κρατών, προστασίας θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διασφάλισης της διαγενεακής ισότητας μεταξύ παρόντων και μελλοντικών γενεών, η έννοια της κλιματικής δικαιοσύνης αναδεικνύει ζητήματα κατανομής ευθυνών και λογοδοσίας των κρατών. Στο πλαίσιο αυτό, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξανόμενη προσφυγή ενώπιον εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών δικαστηρίων ή άλλων δικαιοδοτικών οργάνων για ζητήματα που αφορούν την κλιματική προστασία (climate litigation).
Μετά από μια σειρά πρόσφατων σημαντικών αποφάσεων σε ζητήματα κλιματικής προστασίας, τόσο σε εθνικά δικαστήρια, όσο και σε διεθνή και ευρωπαϊκά δικαιοδοτικά όργανα, μεταξύ των οποίων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης (2025) σχετικά με τις υποχρεώσεις των κρατών έναντι της κλιματικής αλλαγής. Η Γνωμοδότηση αποτελεί την πρώτη συστηματική απόπειρα του κύριου δικαιοδοτικού οργάνου των Ηνωμένων Εθνών να εξετάσει συνολικά το διεθνές νομικό πλέγμα που διέπει την προστασία του κλίματος και να αποσαφηνίσει την έκταση των σχετικών κρατικών υποχρεώσεων, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη διασύνδεση μεταξύ διεθνούς περιβαλλοντικού δικαίου, δικαίου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κανόνων διεθνούς ευθύνης στο πεδίο της κλιματικής προστασίας.
Πέραν της ουσιαστικής ερμηνευτικής της συμβολής, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Γνωμοδότησης. Η πρωτοβουλία ξεκίνησε από είκοσι επτά φοιτητές νομικής από τα νησιά του Ειρηνικού, οι οποίοι μέσω της πρωτοβουλίας Pacific Islands Students Fighting Climate Change (PISFCC) επιδίωξαν να αναδείξουν τη νομική διάσταση της κλιματικής κρίσης. Η πρωτοβουλία υιοθετήθηκε στη συνέχεια από μικρά νησιωτικά κράτη του Ειρηνικού, με πρωταγωνιστικό ρόλο του Βανουάτου, και οδήγησε τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, με Ψήφισμά της να ζητήσει από το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης να γνωμοδοτήσει σχετικά με τις υποχρεώσεις των κρατών για την προστασία του κλίματος και τις νομικές συνέπειες που απορρέουν όταν προκαλείται σημαντική περιβαλλοντική βλάβη.
Αφετηρία της συλλογιστικής του Δικαστηρίου αποτελεί η αναγνώριση της κλιματικής αλλαγής ως σοβαρής και υπαρξιακής απειλής για τα οικοσυστήματα και τις ανθρώπινες κοινωνίες. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι υποχρεώσεις των κρατών για την προστασία του κλίματος δεν απορρέουν αποκλειστικά από τις διεθνείς συμβάσεις για το κλίμα, όπως η Σύμβαση-Πλαίσιο για την Κλιματική Αλλαγή και η Συμφωνία του Παρισιού. Αντίθετα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το κανονιστικό πλαίσιο της κλιματικής προστασίας έχει πολυεπίπεδο χαρακτήρα και συναρθρώνεται μέσω της συνδυασμένης εφαρμογής συμβατικών κανόνων που δεσμεύουν τα κράτη, κανόνων που έχουν αποκρυσταλλωθεί ως εθιμικό διεθνές δίκαιο, θεμελιωδών αρχών που απορρέουν από το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο, καθώς και το δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Επιπλέον, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στην υποχρέωση πρόληψης σημαντικής περιβαλλοντικής βλάβης (“no significant harm” rule), που έχει αναγνωριστεί ως κανόνας του εθιμικού διεθνούς δικαίου και συνδέεται με την αρχή της δέουσας επιμέλειας (due diligence), σύμφωνα με την οποία τα κράτη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε δραστηριότητες εντός της δικαιοδοσίας ή του ελέγχου τους να μην προκαλούν σημαντική ζημία στο περιβάλλον. Στο πεδίο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η αρχή αυτή συνεπάγεται τη λήψη κατάλληλων μέτρων από τα κράτη για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τη χάραξη πολιτικών στη βάση της διαθέσιμης επιστημονικής γνώσης και τη διενέργεια μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (environmental impact assessment) σε περιπτώσεις όπου οι αντίστοιχες δραστηριότητες των κρατών ενδέχεται να επηρεάσουν το κλίμα. Η Γνωμοδότηση επιβεβαιώνει, τέλος, τη στενή σχέση μεταξύ προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δικαίωμα στη ζωή, δικαίωμα στην υγεία) και διατυπώνει ότι σε περίπτωση παραβιάσεων ενεργοποιούνται οι γενικοί κανόνες περί διεθνούς ευθύνης κρατών, σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος που έχει διαπράξει διεθνώς παράνομη πράξη υποχρεούται να παύσει την παράνομη συμπεριφορά, να παράσχει εγγυήσεις μη επανάληψης και, όπου είναι δυνατόν, να προβεί σε επανόρθωση της ζημίας. Ωστόσο, η Γνωμοδότηση δεν θεσπίζει συγκεκριμένο μηχανισμό αποζημιώσεων, ούτε εισάγει ένα άμεσα δεσμευτικό σύστημα διεθνούς λογοδοσίας.
Η σημασία της Γνωμοδότησης υπερβαίνει την απλή ερμηνεία υφιστάμενων διεθνών κανόνων. Μέσα από τη σύνθεση διαφορετικών πηγών του διεθνούς δικαίου, το Δικαστήριο συμβάλλει στην αποσαφήνιση των κρατικών υποχρεώσεων για την προστασία του κλίματος. Παρότι οι γνωμοδοτήσεις του δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, το ερμηνευτικό τους κύρος μπορεί να επηρεάσει την κατεύθυνση της διεθνούς νομολογίας και να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον εθνικών ή διεθνών δικαστηρίων από κράτη ή ακόμη και από πληττόμενες κοινότητες, προσδίδοντας νέα κανονιστική βαρύτητα στις υποχρεώσεις των κρατών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Απομένει να φανεί στην πράξη κατά πόσο οι ερμηνευτικές αυτές κατευθύνσεις θα επηρεάσουν ουσιαστικά τη χάραξη κλιματικής πολιτικής και την πρακτική των κρατών.
Eνημερωτικό Σημείωμα
Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το Κλίμα αποτελεί μία πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συντονιστής του Συμφώνου στην Ελλάδα είναι ο οργανισμός ΙΝΖΕΒ. Για όποια πληροφορία σχετικά με το Σύμφωνο ή για κλιματικές δράσεις που θα σας ενδιέφερε να διοργανώσετε, μπορείτε να επικοινωνείτε με την Ομάδα Συντονισμού στο [email protected] ή στο τηλέφωνο 210 6394608.



